Λεξικό όρων

Λεξικό ειδικών όρων για τις Βιολογικές Βάσεις Συμπεριφοράς

Α

Αγενεσία μεσολόβιου: Κατάσταση κατά την οποία το μεσολόβιο δεν αναπτύσσεται.

Αγκιστροειδής δεσμίδα: Δεσμίδα ινών που συνδέει τον κροταφικό με τον μετωπιαίο φλοιό. Οδός με κυρτό σχήμα.

Αγνωσία: Μερική ή πλήρης αδυναμία αναγνώρισης αισθητηριακών ερεθισμάτων, η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί σε πρωτογενές έλλειμμα στα αισθητήρια συστήματα ή σε μειωμένα επίπεδα εγρήγορσης.

Αγχολυτικό φάρμακο: Φάρμακο που μειώνει το άγχος. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα ελάσσονα ηρεμιστικά, οι βενζοδιαζεπίνες και τα κατασταλτικά - υπνωτικά φάρμακα.

Αγωγή κατά άλματα: Μετάδοση μιας νευρικής ώσης σε έναν εμμύελο νευράξονα. Χαρακτηρίζεται από τη μεταπήδηση του ηλεκτρικού μηνύματος από έναν κόμβο του Ranvier στον επόμενο.

Αγωνιστής : Ουσία που ενισχύει τη λειτουργία μίας σύναψης.

Άδηλη / Άρρητη μνήμη: Ασύνειδη και ακούσια μνήμη μαθημένων ικανοτήτων, αντιδράσεων που έχουν αποκτηθεί μέσω εξαρτημένης μάθησης και γεγονότων. Συγκρίνετε με το λήμμα Έκδηλη μνήμη.

Άθροιση στο χρόνο: Η τάση που έχουν δυο κοντινά στο χρόνο συμβάντα να αθροίζονται στο χρόνο αλγεβρικά. Με τον τρόπο αυτό δυο χρονικά κοντινά μετασυναπτικά δυναμικά είτε προστίθενται είτε αφαιρούνται.

Άθροιση στον χώρο: Τάση να αθροίζονται αλγεβρικά δύο γειτονικά συμβάντα. Με τον τρόπο αυτό, δύο κοντινά στον χώρο μετασυναπτικά δυναμικά είτε προστίθενται είτε αφαιρούνται.

Αιθουσαίο σύστημα: Σωματοαισθητηριακό σύστημα, που αποτελείται από ένα σύνολο υποδοχέων στο έσω ους, οι οποίοι ανταποκρίνονται σε ερεθίσματα σχετικά με τη θέση και την κίνηση της κεφαλής.

Αίσθηση: Καταγραφή της φυσικής ή χημικής ενέργειας του περιβάλλοντος από τα αισθητήρια συστήματα και μετατροπή της σε δραστηριότητα του νευρικού συστήματος.

Αισθητηριακή οδός: Νευρικές ίνες που μεταφέρουν αισθητηριακές πληροφορίες στον εγκέφαλο.

Αισθητηριακή παραμέληση ή αμέλεια: Κατάσταση κατά την οποία ένας οργανισμός δεν ανταποκρίνεται σε αισθητηριακά ερεθίσματα.

Αισθητηριακός υποδοχέας: Κύτταρο που μετατρέπει αισθητηριακές πληροφορίες σε δραστηριότητα του νευρικού συστήματος.

Αισθητικοκινητικός μετασχηματισμός: Νευρωνικοί υπολογισμοί που απαρτιώνουν τις κινήσεις διαφορετικών μερών του σώματος (των οφθαλμών, του κορμού, των χεριών κ.λπ.) με την ανατροφοδότηση από τα αισθητήρια όργανα σχετικά με τις κινήσεις που πραγματικά εκτελούνται και τον σχεδιασμό για την εκτέλεση αυτών των κινήσεων. Ο αισθητικοκινητικός μετασχηματισμός εξαρτάται από το σήμα που παράγεται τόσο από κινητικά όσο και αισθητηριακά κύτταρα στον οπίσθιο βρεγματικό φλοιό.

Ακανθοειδείς νευρώνες: Κατηγορία εξαιρετικά διεγερτικών νευρώνων με δενδριτικές άκανθες.

Ακετυλοχολίνη [Ach]: Ο πρώτος νευροδιαβιβαστής που ανακαλύφθηκε στο περιφερικό και κεντρικό νευρικό σύστημα. Ενεργοποιεί σκελετικούς μυς στο σωματικό νευρικό σύστημα και μπορεί είτε να ενεργοποιήσει είτε να αναστείλει εσωτερικά όργανα στο αυτόνομο νευρικό σύστημα.

Άκμωνας: Το μεσαίο από τα τρία οστάρια του ωτός. Μαζί με τον αναβολέα και τη σφύρα, ο άκμωνας μεταφέρει δονήσεις από την τυμπανική μεμβράνη στο έσω ους.

Ακουστική ροή: Αλλαγή στον ήχο που ακούει κάποιος όταν περνά πίσω από την πηγή που τον παράγει ή όταν η πηγή κινείται πίσω από τον άνθρωπο.

Ακτινωτά νευρογλοιακά κύτταρα: Κύτταρα που σχηματίζουν μικροσκοπικές «κεντρικές οδούς», τις οποίες ακολουθούν οι νευρώνες που μεταναστεύουν για να φτάσουν στον κατάλληλο προορισμό.

Αλγοαισθητικότητα: Αντίληψη πόνου, της θερμοκρασίας και του κνησμού.

Αλεξία: Αδυναμία ανάγνωσης.

Αλκοόλη: Κάθε οργανική ένωση που διαθέτει μία ομάδα υδροξυλίου.

Ακουστική αγνωσία: Διαταραχή στην ικανότητα αναγνώρισης μη λεκτικών ακουστικών ερεθισμάτων.

Αμινοξέα: Κατηγορία βιολογικών ενεργών ουσιών που περιέχουν μία ομάδα ΝΗ2 (αμινομάδα).

Αμμώνειο κέρας: Περιοχή του ιππόκαμπου, η οποία πήρε την ονομασία της λόγω της ομοιότητάς του (κατά την εκτίμηση των πρώτων ανατόμων) με τα κέρατα του αιγυπτιακού θεού Άμμωνα.

Αμνησία: Μερική ή πλήρης απώλεια της μνήμης.

Αμνησία προσώπων: Δυσκολία να θυμάται κάποιος πρόσωπα. Συγκρίνετε με το λήμμα Προσωποαγνωσία.

Αμοιβαία αναστολή: Ενεργοποίηση μιας ομάδας μυών μέσω αναστολής των ανταγωνιστών μυών της.

Αμυγδαλή: Σύμπλεγμα πυρήνων στη βάση του κροταφικού λοβού, το οποίο έχει τη μορφή αμυγδάλου. Είναι το μέρος του μεταιχμιακού συστήματος που συμμετέχει σε συμπεριφορές σχετικές με το συναίσθημα και τυπικές των είδων συμπεριφορές.

Αμφεταμίνη: Ουσία που απελευθερώνει ντοπαμίνη στη σύναψη και όπως η κοκαΐνη αναστέλλει την επαναπρόσληψη ντοπαμίνης.

Αμφίπλευρος: Ό,τι αφορά και τις δύο πλευρές του σώματος.

Αναβολέας: Ένα από τα οστάρια του μέσου ωτός. Είναι επίσης γνωστό με την ονομασία εσώτατο οστάριο του ωτός.

Ανάδρομη διάδοση: Αντίστροφη μεταφορά ενός δυναμικού ενέργειας στους δενδρίτες ενός νευρώνα. Θεωρείται ότι παίζει ρόλο σε μεταβολές ευπλαστότητας που σχετίζονται με τη μάθηση.

Ανάδρομη εκφύλιση: Εκφύλιση ενός νευρώνα ανάμεσα στο σημείο της βλάβης και το κυτταρικό σώμα, συμπεριλαμβανομένου του κυτταρικού σώματος και όλων των απολήξεων που έχουν απομείνει.

Ανάδρομη μεταφορά: Μεταφορά υλικού από τις απολήξεις του νευράξονα πίσω στο κυτταρικό σώμα ενός νευρώνα. Στις απολήξεις του νευράξονα μπορούν να τοποθετηθούν χρωστικές ουσίες, οι οποίες προσλαμβάνονται από τις διακλαδώσεις του νευράξονα και μεταφέρονται στο κυτταρικό σώμα, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα ανίχνευσης οδών.

Αναδρομική αμνησία: Αδυναμία ανάκλησης γεγονότων που συνέβησαν πριν από την έναρξη της αμνησίας. Συγκρίνετε με το λήμμα Προοπτική αμνησία.

Ανασταλτικό μετασυναπτικό δυναμικό [IPSP]: Μικρή εντοπισμένη μεταβολή που αυξάνει το δυναμικό της μεμβράνης, μειώνοντας τις πιθανότητες για παραγωγή δυναμικού ενέργειας.

Ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής: Νευροδιαβιβαστής που αυξάνει την πολικότητα της μεμβράνης ενός κυττάρου, μειώνοντας τις πιθανότητες για παραγωγή δυναμικού ενέργειας.

Αναστολέας της μονοαμινοξειδάσης: Αντικαταθλιπτικό φάρμακο που αναστέλλει το ένζυμο μονοαμινοξειδάση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μεταβολίσει νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη, η νοραδρεναλίνη και η σεροτονίνη.

Ανθρωπάριο: Αναπαράσταση του ανθρώπινου σώματος στον αισθητικό ή τον κινητικό φλοιό. Οποιαδήποτε τοπογραφική αναπαράσταση του σώματος σε μία περιοχή του φλοιού του εγκεφάλου.

Ανιόν: Αρνητικά φορτισμένο ιόν.

Άνοια: Οργανική απώλεια της νοητικής λειτουργίας.

Ανταγωνιστής: Ουσία που αναστέλλει τη λειτουργία ενός νευροδιαβιβαστή.

Αντανακλαστικό: Συγκεκριμένη κίνηση που εξαρτάται μόνο από ένα απλό νωτιαίο κύκλωμα και προκαλείται από συγκεκριμένες μορφές αισθητηριακού ερεθισμού.

Αντικαταθλιπτικό δεύτερης γενιάς: Φάρμακο, η δράση του οποίου είναι ανάλογη με τη δράση των τρικυκλικών (πρώτης γενιάς) αντικαταθλιπτικών αλλά είναι πιο εκλεκτικό ως προς τη δράση του στους μεταφορείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης. Ονομάζεται και άτυπο αντικαταθλιπτικό.

Αντίληψη: Υποκειμενική ερμηνεία των αισθήσεων από τον εγκέφαλο.

Αντίληψη βάθους: Ικανότητα αντίληψης τρισδιάστατων οπτικών ερεθισμάτων.

Αντιψυχωσικό φάρμακο: Φάρμακο που δρα στην ντοπαμινεργική σύναψη και επηρεάζει την ψυχοκινητική δραστηριότητα, χωρίς να έχει σημαντική υπνωτική δράση. Ονομάζεται και νευροληπτικό (neuroleptic) ή μείζον ηρεμιστικό

Αντλία ιόντων νατρίου - καλίου: Μηχανισμός που μοιάζει με αντλία, η οποία αποβάλλει ιόντα νατρίου από το κύτταρο και βοηθά τα ιόντα καλίου να εισέλθουν σε αυτό.[1]

Αντοχή [tolerance]: Μείωση στην απαντητικότητα έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μιας ουσίας στον χρόνο.

Άνω διδύμια: Αμφόπλευροι πυρήνες του τετράδυμου πετάλου στον μέσο εγκέφαλο, που δέχονται προβολές από τον αμφιβληστροειδή και διαμεσολαβούν οπτικές συμπεριφορές.

Άνω κροταφική αύλακα: Αύλακα που διαχωρίζει την άνω από τη μέση κροταφική έλικα. Αποτελεί τμήμα του πολύτυπου φλοιού και διαθέτει πολυαισθητηριακούς νευρώνες, που αποκρίνονται τόσο σε οπτικά και ακουστικά όσο και οπτικά και σωματοαισθητικά ερεθίσματα. Το τρίτο ρεύμα της οπτικής επεξεργασίας ξεκινά από δομές που σχετίζονται με τη βρεγματική και την κροταφική οδό και μεταφέρει πληροφορίες σε μία περιοχή, που βρίσκεται στο εσωτερικό της άνω κροταφικής αύλακας.

Απαγωγές κυτταρικές στιβάδες: Κυτταρικές στιβάδες που στέλνουν απαγωγές συνδέσεις σε άλλα μέρη του νευρικού συστήματος. Πρόκειται για τις στιβάδες 5 και 6 του εγκεφαλικού φλοιού.

Απαγωγό κύτταρο: Κύτταρο που μεταφέρει πληροφορίες μακριά από ένα κύκλωμα. Κινητικός νευρώνας που μεταφέρει πληροφορίες σε έναν μυ.

Απαγωγός: Αυτός που μεταφέρει πληροφορίες από περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος σε μυς ή αδένες.

Αποθηκευτικό κοκκίο: Μεμβρανοειδές κυστίδιο που συγκρατεί πολλά κυστίδια, τα οποία περιέχουν νευροδιαβιβαστές.

Απόλυτη ανερεθιστότητα: Η φάση του δυναμικού ενέργειας κατά την οποία δεν είναι δυνατό να εκλυθεί ένα νέο δυναμικό.

Απόπτωση: Γενετικά προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος.

Αποσύνδεση προσοχής: Διεργασία μέσω της οποίας η προσοχή στρέφεται από ένα ερέθισμα σε ένα άλλο.

Απτική αναγνώριση μορφής: Αναγνώριση του σχήματος ενός αντικειμένου μέσω της αφής.

Απτικός: Αυτός που αναφέρεται στην αίσθηση της αφής.

Αστεροειδές κύτταρο: Νευρικό κύτταρο με χαρακτηριστικό αστεροειδές κυτταρικό σώμα. Αυτά τα κύτταρα είναι κυρίως συνδετικά κύτταρα, των οποίων οι απολήξεις παραμένουν στην ίδια στιβάδα του εγκεφάλου στην οποία βρίσκεται και το κυτταρικό σώμα.

Αστροκύτταρο: Νευρογλοιακό κύτταρο που έχει τη μορφή αστεριού. Προσφέρει δομική υποστήριξη σε νευρώνες στο κεντρικό νευρικό σύστημα και μεταφέρει ουσίες ανάμεσα σε νευρώνες και αιμοφόρα αγγεία.

Αύλακα: Μικρή σχισμή στον φλοιό, που δημιουργείται από αναδιπλώσεις της επιφάνειας του εγκεφάλου.

Αύλακα του προσαγωγίου: Φλοιική αύλακα στην έσω πλευρά των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, ακριβώς πάνω από το μεσολόβιο.

Αυτοβιογραφική μνήμη (Μνήμη επεισοδίων): Μνήμη αυτοβιογραφικών γεγονότων. Η μνήμη που επιτρέπει στους ανθρώπους να θυμούνται προσωπικές εμπειρίες.

Αυτόνομο νευρικό σύστημα: Το τμήμα του περιφερικού νευρικού συστήματος που ελέγχει τις λειτουργίες των εσωτερικών οργάνων και των αδένων του σώματος (ιδρωτοποιών, σιελογόνων, γαστρικών κ.λπ.).

Αυτοϋποδοχέας: Υποδοχέας στη μεμβράνη ενός νευρώνα, στον οποίο προσδένεται ο νευροδιαβιβαστής που απελευθερώνει αυτός ο νευρώνας.

Αφασία: Αδυναμία παραγωγής ή κατανόησης του λόγου παρά την ύπαρξη υγιών σχετικών μηχανισμών.

Αφασία Broca: Αδυναμία παραγωγής λόγου με ευχέρεια παρά τη φυσιολογική κατανόηση και τους υγιείς φωνητικούς μηχανισμούς. Οφείλεται σε βλάβη στην περιοχή Broca. Ονομάζεται και εκφραστική ή αφασία χωρίς ευχέρεια λόγου

Αφασία Wernicke: Αδυναμία κατανόησης του λόγου ή παραγωγής λόγου με νόημα, παρότι η παραγωγή λέξεων δεν διαταράσσεται. Ονομάζεται και αισθητηριακή αφασία. Δείτε επίσης το λήμμα Αφασία με ευχέρεια λόγου.

Αφή: Ικανότητα αντίληψης και διάκρισης αντικειμένων μέσω σχετικών υποδοχέων.

Αχρωματοψία: Αδυναμία διάκρισης διαφορετικών χρωματικών αποχρώσεων παρά την ύπαρξη φυσιολογικών μελανοκυττάρων στον αμφιβληστροειδή. Ονομάζεται και φλοιική (χρωματική) τύφλωση.

Β

(Βήτα)-ενδορφίνες: Λέγονται και «ενδογενείς μορφίνες». Πεπτιδικοί νευροδιαβιβαστές που έχουν δράσεις παρόμοιες με αυτές του οπίου.

Βαρβιτουρικά: Φάρμακα με υπνωτική και κατασταλτική δράση. Η κύρια θεραπευτική δράση τους συνίσταται στην πρόκληση αναισθησίας.

Βασικά γάγγλια: Υποφλοιικοί πυρήνες (κερκοφόρος πυρήνας, κέλυφος, ωχρά σφαίρα) που συνδέονται με τον θάλαμο και τον μέσο εγκέφαλο και συντονίζουν τις κινήσεις των άκρων και του σώματος.

Βασικός υμένας: Ο υμένας του κοχλία στον οποίο τα ηχητικά κύματα μετατρέπονται σε νευρωνική δραστηριότητα.

Βενζοδιαζεπίνη: Οποιαδήποτε ουσία από μία ομάδα ηρεμιστικών φαρμάκων με ήπια δράση, οι οποίες έχουν κοινή μοριακή δομή και παρόμοιες φαρμακολογικές δράσεις, όπως αγχόλυση, χαλάρωση των μυών καθώς και κατασταλτική και υπνωτική δράση.

Βιογενείς αμίνες: Ομάδα νευροδιαβιβαστών που περιλαμβάνει τη νορεπινεφρίνη, την ντοπαμίνη και τη σεροτονίνη.

Βοθρίο: Περιοχή στο κέντρο του αμφιβληστροειδούς, εξειδικευμένη για υψηλή οπτική οξύτητα. Τα υποδεκτικά πεδία της βρίσκονται στο κέντρο του οπτικού πεδίου του οφθαλμού.

Βραχύχρονη μνήμη: Σύστημα για τη διατήρηση ενός νευρωνικού αρχείου των πρόσφατων γεγονότων και της σειράς με την οποία συνέβησαν, το οποίο χρησιμοποιείται για την ανάκλαση αισθητηριακών γεγονότων, κινήσεων και γνωστικών πληροφοριών όπως οι αριθμοί, οι λέξεις και τα ονόματα ή άλλες πληροφορίες για σύντομο χρονικό διάστημα.

Βρεγματικοϊνιακή αύλακα: Αύλακα στον ινιακό λοβό.

Βρεγματικός λοβός: Μεγάλη περιοχή του εγκεφάλου που βρίσκεται πίσω από τον μετωπιαίο λοβό, κάτω από το βρεγματικό οστό.

Γ

Γ-αμινοβουτυρικό οξύ [GABA]: Αμινοξύ-νευροδιαβιβαστής που αναστέλλει τους νευρώνες.

Γαγγλιακά κύτταρα: Κύτταρα του αμφιβληστροειδούς τα οποία συγκροτούν το οπτικό νεύρο.

Γαγγλιακό κύτταρο του αμφισβληστροειδούς: Νευρώνας του αμφισβληστροειδούς ο νευράξονας του οποίου συμβάλλει στη συγκρότηση του οπτικού νεύρου.

Γάγγλιο: Συνάθροιση σωμάτων νευρικών κυττάρων, που λειτουργεί σε κάποιον βαθμό, όπως ως μικροσκοπικός εγκέφαλος. Αποτελούν μέρος του ΠΝΣ.

Γάγγλιο των ραχιαίων ριζών: Προεξοχή που δημιουργείται από τη συνάθροιση κυτταρικών σωμάτων αισθητηριακών ινών, οι οποίες εντοπίζονται δίπλα στο τμήμα του νωτιαίου μυελού, όπου εισέρχονται οι νευράξονές τους.

Γενικευμένοι επιληπτικοί σπασμοί / Γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις: Αμφίπλευρη συμμετρική επιληπτική κρίση χωρίς συγκεκριμένο σημείο έναρξης, η οποία χαρακτηρίζεται από απώλεια συνείδησης και από στερεότυπη κινητική δραστηριότητα. Τυπικά διακρίνεται σε τρία στάδια: τονικό, κλονικό και μετακριτική κατάθλιψη.

Γέφυρα: Μέρος του οπίσθιου εγκεφάλου. Χαρακτηρίζεται κυρίως από την παρουσία δεσμίδων κινητικών ινών που καταλήγουν σε περιοχές όπως η παρεγκεφαλίδα και ο νωτιαίος μυελός.

Γλουταμινικό οξύ: Αμινοξύ-νευροδιαβιβαστής που διεγείρει τους νευρώνες.

Γλυκίνη: Αμινοξύ-νευροδιαβιβαστής που αναστέλλει νευρώνες στο εγκεφαλικό στέλεχος και το νωτιαίο μυελό, όπου δρά στον βρόχο Renshaw, για παράδειγμα.

Γλυκοκορτικοειδές: Καθεμία από τις στεροειδείς ορμόνες, όπως η κορτιζόλη και η κορτικοστερόνη, που εκκρίνονται σε περιόδους άγχους από τον φλοιό των επινεφριδίων. Είναι σημαντικές για τον μεταβολισμό των πρωτείνών και των υδατανθράκων.

Γλυκοπρωτεΐνη: Πρωτεΐνη που διαθέτει μία ομάδα υδατανθράκων.

Γνωστική δομή: Τάση προσέγγισης ενός ερωτήματος με βάση ένα συγκεκριμένο πρότυπο. Για παράδειγμα, το ολιστικό (gestalt) πρότυπο δίνει έμφαση στο σύνολο ενώ το αναλυτικό πρότυπο δίνει έμφαση στα επιμέρους γνωρίσματα.

Γονατωδοταινιωτή οδός: Προβολές από τον έξω (πλάγιο) γονατώδη πυρήνα του θαλάμου προς τον πρωτοταγή οπτικό φλοιό (περιοχές 17, 18 και 19) και ακολούθως στις περιοχές 20 και 21. Ελέγχει την αντίληψη της μορφής, του χρώματος και τους σχήματος. Αναφέρεται και ως οπτική ακτινοβολία.

Γονίδιο: Τμήμα του DNAπου κωδικεύει τη σύνθεση μιας συγκεκριμένης πρωτεΐνης.

Γονιδίωμα: Το πλήρες σύνολο των γονιδίων.

Γονότυπος (ή γενότυπος): Η γενετική κατασκευή κάποιου.

Γωνιώδης έλικα: Έλικα του βρεγματικού λοβού που αντιστοιχεί περίπου στην περιοχή 39 κατά Brodmann. Διαδραμτίζει σημαντικό ρόλο σε διεργασίες γλώσσας.

Δ

Δενδρίτης: Δενδροειδής απόληξη της κυτταρικής μεμβράνης ενός νευρώνα που αυξάνει σημαντικά την επιφάνεια του κυττάρου και συλλέγει πληροφορίες από άλλα κύτταρα.

Δενδριτική άκανθα: Προεκβολή από έναν δενδρίτη, που αυξάνει σημαντικά την επιφάνειά του. Είναι το σύνηθες σημείο επαφής με τους νευράξονες άλλων κυττάρων.

Δενδροδενδριτική σύναψη: Σύναψη ανάμεσα σε δύο δενδρίτες.

Δερμοτόμιο: Τμήμα του σώματος που αντιστοιχεί σε ένα τμήμα του νωτιαίου μυελού.

Δεύτερος αγγελιαφόρος: Χημική ουσία που μεταφέρει ένα μήνυμα για να ξεκινήσει μία βιοχημική διεργασία, όταν ενεργοποιηθεί από κάποιον νευροδιαβιβαστή (τον πρώτο αγγελιαφόρο).

Δευτεροταγής περιοχή: Περιοχή του φλοιού που δέχεται ή στέλνει πληροφορίες από/προς τις πρωτοταγείς περιοχές και θεωρείται ότι συμμετέχει σε πιο πολύπλοκες αισθητηριακές και αντιληπτικές ή κινητικές λειτουργίες.

Δηλητήριο της αράχνης μαύρη χήρα: Δηλητήριο που παράγεται από την αράχνη μαύρη χήρα και προκαλεί την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης στη συναπτική σχισμή.

Διαβαθμιζόμενο δυναμικό: Ηλεκτρικό δυναμικό σε ένα νευρικό ή ένα υποδεκτικό κύτταρο, που αλλάζει ανάλογα με την ένταση του ερεθίσματος. Είναι επίσης γνωστό ως γενεσιουργό δυναμικό.[2]

Διαβάθμιση ερεθίσματος: Διαβάθμιση κατά την οποία η ένταση ενός ερεθίσματος αυξάνεται ή μειώνεται - για παράδειγμα, μία οσμή γίνεται εντονότερη καθώς πλησιάζουμε το σημείο προέλευσής της.

Διαβιβαστική ουσία: Χημική ουσία που επιτρέπει στους νευρώνες να επικοινωνούν μεταξύ τους καθώς και με αδένες, μυς και άλλα όργανα του σώματος.

Διάμεσος νευρώνας: Οποιοσδήποτε νευρώνας βρίσκεται ανάμεσα σε έναν αισθητηριακό κι έναν κινητικό νευρώνα.

Διαμήκης σχισμή: Βαθιά σχισμή που διαχωρίζει τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια. Είναι γνωστή και ως οβελιαία σχισμή .

Διατιτραίνουσα οδός: Συνδέει («διατρυπά») τον ιππόκαμπο με έσω κροταφικές (μεταιχμιακές) περιοχές. Όταν διακόπτεται, έχει ως αποτέλεσμα σημαντική δυσλειτουργία του ιππόκαμπου.

Δίαυλος: Οποιαδήποτε δίοδος (πέρασμα) στη μεμβράνη των νευρώνων, η οποία επιτρέπει τη διέλευση διαφόρων ιόντων, τα οποία στη συνέχεια επιδρούν στη διαμόρφωση του δυναμικού της μεμβράνης. Διαφορετικοί δίαυλοι ενεργοποιούνται από διαφορετικά ιόντα ή από αλλαγές της τάσης στη μεμβράνη.

Διάφραγμα: Πυρήνας του μεταιχμιακού συστήματος, ο οποίος, όταν υποστεί βλάβη, προκαλεί πλασματική οργή και καταλύει τη θήτα κυματόμορφη στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα.

Διάχυση: Διεργασία που γίνεται αυθόρμητα και μέσω της οποίας μια ουσία διαδίδεται / εξαπλώνεται ευρέως.

Διεγερτικό μετασυναπτικό δυναμικό: Μικρή αλλαγή στο δυναμικό της μεμβράνης ενός κυττάρου, η οποία οδηγεί σε εκπόλωση και αυξάνει τις πιθανότητες εκπυρσοκρότησης του κυττάρου.

Διεγερτικός νευροδιαβιβαστής: Νευροδιαβιβαστής που εκπολώνει τη μεμβράνη ενός κυττάρου και αυξάνει τις πιθανότητες εκπυρσοκρότησής του.

Διεγκέφαλος / Διάμεσος εγκέφαλος: Περιοχή του εγκεφάλου που περιλαμβάνει τον υποθάλαμο, τον θάλαμο και τον επιθάλαμο.

Δίκτυο νευρωνικών συνδέσεων: Ένας περιεκτικός χάρτης των δομικών συνδέσεων που διαθέτει το νευρικό σύστημα ενός οργανισμού.

Δικτυωτός σχηματισμός: Σχηματισμός που προκύπτει από την ανάμειξη νευρικών κυττάρων και ινών που διατρέχει το κέντρο του εγκεφαλικού στελέχους καθώς εκτείνεται από τις παρυφές του νωτιαίου μυελού έως τον θάλαμο. Σχετίζεται με συμπεριφορές ύπνου - αφύπνισης και τη συμπεριφορική εγρήγορση. Είναι γνωστό και ως δικτυωτό σύστημα ενεργοποίησης.

Δίπολα κύτταρα: Νευρώνες με απολήξεις και στα δύο άκρα (πόλους). Ανευρίσκονται σε σημαντικό βαθμό στον αμφιβληστροειδή.

Διχασμένος εγκέφαλος/ Εγκέφαλος με διατομή μεσολοβίου: Εγκέφαλος του οποίου τα δύο ημισφαίρια έχουν διαχωριστεί.

Διχωτική δοκιμασία / Δοκιμασία διχωτικής ακρόασης: Διαδικασία ταυτόχρονης παρουσίασης διαφορετικών ακουστικών ερεθισμάτων σε κάθε ους, με τη βοήθεια στερεοφωνικών ακουστικών.

Δυναμικό ενέργειας: Μεγάλη και σύντομη αναστροφή στην πολικότητα της μεμβράνης ενός νευράξονα. Είναι αποτέλεσμα ταχέων αλλαγών στη διαπερατότητα της μεμβράνης σε ιόντα καλίου και νατρίου.

Δυναμικό ηρεμίας: Φυσιολογική τάση εκατέρωθεν της κυτταρικής μεμβράνης. Κυμαίνεται μεταξύ 60 και 90 mV στα κύτταρα διαφόρων ζώων.

Δυνητικοί διαβιβαστές: Χημικές ουσίες για τις οποίες υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι είναι νευροδιαβιβαστές, αλλά δεν έχει αποδειχθεί.

Ε

Εγκεφαλικό στέλεχος: Ο υποθάλαμος, ο μέσος εγκέφαλος και οπίσθιος εγκέφαλος (κάποιοι ειδικοί συμπεριλαμβάνουν και τον θάλαμο και τα βασικά γάγγλια στο εγκεφαλικό στέλεχος).[3]

Εγκεφαλικός υδραγωγός: Στενός αγωγός που συνδέει την τρίτη με την τέταρτη κοιλία του εγκεφάλου.

Εγκεφαλικός φλοιός: Εξωτερική στιβάδα φαιάς ουσίας στην επιφάνεια των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Αποτελείται από νευρώνες και τις συνάψεις τους, που σχηματίζουν από τέσσερις έως έξι υποστιβάδες. Δείτε επίσης τα λήμματα Φλοιός, Νεόφλοιος και συγκρίνετε με το λήμμα Φλοιός του προσαγωγίου.

Εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ): Διαυγές διάλυμα χλωριούχου νατρίου και άλλων αλάτων, που περιλαμβάνει προστατευτικά τον εγκέφαλο και μπορεί να παίζει ρόλο στην απομάκρυνση μεταβολικών αποβλήτων. Το ΕΝΥ πληροί τις κοιλίες (πλάγιες, 3η και 4η) στο εσωτερικό του εγκεφάλου και κυκλοφορεί γύρω από τον εγκέφαλο κάτω από την αραχνοειδή μήνιγγα στον υπαραχνοειδή χώρο.

Εγκέφαλος: Το σύνολο του τελικού, του μέσου και του οπίσθιου εγκεφάλου, όπως αναπτύσσονται από το πρόσθιο τμήμα του εμβρυϊκού νευρικού σωλήνα. Το τμήμα του κεντρικού συστήματος που εμπεριέχεται στο κρανίο.

Εθισμός: Έντονη επιθυμία για μία ουσία,[4] όπως εκδηλώνεται με τη συχνή χρήση της, οδηγώντας έτσι στην ανάπτυξη σωματικής εξάρτησης και κατάχρηση. Συχνά συνδέεται με την αντοχή και δυσάρεστα, μερικές φορές και επικίνδυνα, συμπτώματα στέρησης όταν διακοπεί η χρήση της ουσίας. Ονομάζεται και εξάρτηση από ουσίες.

Ειδικές προσαγωγοί ίνες: Νευρωνικές προβολές που μεταφέρουν πληροφορίες (π.χ.αισθητηριακές) σε μία περιοχή του φλοιού και τερματίζουν σε σχετικά διακριτές περιοχές, συνήθως σε μία ή δύο στιβάδες. Συγκρίνετε με το λήμμα Μη ειδικές προσαγωγοί ίνες.

Εκβλάστηση: Φαινόμενο που παρατηρείται μετά από μερική βλάβη, κατά το οποίο οι εναπομείναντες νευρώνες ή τα τμήματα ενός νευρώνα αναπτύσσουν απολήξεις και συνδέονται με την περιοχή που ενεύρωναν πριν από τη βλάβη.

Έκδηλη / Δηλωτική / Πρόδηλη μνήμη: Είδος μνήμης που αντανακλά την ικανότητα να θυμάται κάποιος τις λεπτομέρειες γεγονότων, συμπεριλαμβανομένου τόπου, χρόνου και περιστάσεων, σε σχέση με την ικανότητα να θυμάται κάποιος το πώς να εκτελέσει ένα έργο ή μία συμπεριφορά. Κυριολεκτικά αναφέρεται στην ικανότητα να διηγείται λεπτομερώς κάποιος όσα γνωρίζει, η οποία χάνεται σε πολλά είδη αμνησίας.

Έκδηλη / Ρητή μνήμη: Είδος μνήμης κατά το οποίο ο εξεταζόμενος μπορεί να ανακαλέσει μία πληροφορία και να υποδείξει ότι τη γνωρίζει (δηλαδή, συνειδητή μνήμη). Συνειδητή εκούσια ανάκληση συμβάντων, γεγονότων και προσωπικών εμπειριών (μνήμη επεισοδίων), που εξαρτάται από εννοιολογικά προκαλούμενη «από πάνω προς τα κάτω» επεξεργασία, κατά την οποία κάποιος αναδιοργανώνει τις πληροφορίες για να τις αποθηκεύσει. Συγκρίνετε με το λήμμα Άδηλη μνήμη.

Εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης: Τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό φάρμακο που εμποδίζει την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στην προσυναπτική τελική απόληξη.

Εκούσια κίνηση: Οποιαδήποτε κίνηση που επιτρέπει σε ένα ζώο να μεταβεί από ένα μέρος σε ένα άλλο προκειμένου να επιτύχει κάποιον στόχο. Ονομάζεται και θεμιτή, συντελεστική, στοχοκατευθυνόμενη ή ενεργητική κίνηση.

Εκπόλωση: Είσοδος θετικά φορτισμένων ιόντων, η οποία προκαλεί μία διαφορά στο δυναμικό ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό ενός νευρώνα.

Εκτείνων μυς: Ο μυς που ευθυγραμμίζει ένα μέλος.

Εκτομή: Εκούσια καταστροφή ή αφαίρεση τμημάτων του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού. Εγκεφαλική βλάβη.

Εκφύλιση: Θάνατος νευρώνων ή νευρωνικών απολήξεων ως αποτέλεσμα τραυματισμού νευρώνα που εκφυλίζεται ή, σε κάποιες περιπτώσεις, άλλων νευρώνων.

Εκφυτικός κώνος: Το σημείο συνένωσης ενός κυτταροσώματος και ενός νευράξονα, στο οποίο ξεκινά ένα δυναμικό ενέργειας.

Ελάσσονα ηρεμιστικά: Κατηγορία φαρμάκων για τη θεραπεία του άγχους. Δείτε επίσης το λήμμα Βενζοδιαζεπίνες.

Ελεγχόμενος δίαυλος: Δίαυλος στην κυτταρική μεμβράνη που επιτρέπει τη διέλευση συγκεκριμένων ιόντων όταν η πύλη είναι ανοιχτή και παρεμποδίζει τη διέλευσή τους όταν η πύλη είναι κλειστή.

Έλικα: Έπαρμα (εξόγκωμα) στο νεόφλοιο, το οποίο παράγεται από αναδίπλωση του ιστού.

Έλικα του Heschl: Έλικα στον κροταφικό λοβό του ανθρώπου που αντιστοιχεί περίπου στον πρωτοταγή ακουστικό φλοιό. Είναι επίσης γνωστή ως εγκάρσια κροταφική έλικα.

Έλικες της παρεγκεφαλίδας: Μικρές πτυχώσεις της παρεγκεφαλίδας.

Ελλειπτικό κυστίδιο: Η μεγαλύτερη υποδιαίρεση του λαβυρίνθου στο μέσο ους. Κύριο όργανο του αιθουσαίου συστήματος, το οποίο παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη θέση της κεφαλής.

Ενδοκυττάριο υγρό: Το υδατικό διάλυμα που ανευρίσκεται στο εσωτερικο των νευρώνων και των νευρογλοιακών κυττάρων.

Ενδοπλασματικό δίκτυο: Εκτεταμένος μεμβρανώδης σχηματισμός στο κυτταρόπλασμα. Τα ριβοσωμάτια προσκολλώνται σε ένα τμήμα του ενδοπλασματικού δικτύου και σχηματίζουν το λεγόμενο αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο.

Ενδορινικός φλοιός: Φλοιός που ανευρίσκεται στην έσω επιφάνεια του κροταφικού λοβού. Αποτελεί σημαντική οδό διαμεσολάβησης προβολών από το νεοφλοιό προς τον ιπποκάμπειο σχηματισμό. Συχνά εκφυλίζεται στη νόσο Alzheimer.

Ενδορφίνη: Σύντμηση του όρου «ενδογενής μορφίνη». Πεπτιδική ορμόνη που επιδρά σε ένα νευροδιαβιβαστή και μπορεί να σχετίζεται με αισθήματα πόνου ή ευχαρίστησης. Τη δράση της μιμούνται οπιοειδή φάρμακα, όπως η μορφίνη, η ηρωίνη, το όπιο και η κωδεΐνη.

Ενσυναίσθηση: Η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος την κατάσταση των άλλων.

Εξάρτηση: Κατάσταση κατά την οποία απαιτείται η λήψη μιας ουσίας για την αποφυγή συμπτωμάτων στέρησης (απόσυρσης).

Εξοικείωση: Συμπεριφορά μάθησης κατά την οποία η αντίδραση σε ένα ερέθισμα εξασθενεί μετά από επαναλαμβανόμενες παρουσιάσεις ερεθίσματος.

Εξωκυττάριο υγρό: Το υδατικό διάλυμα που περιβάλλει ένα νευρικό ή ένα νευρογλοιακό κύτταρο.

Εξωκυττάρωση: Αποβολή από το κύτταρο μορίων που είναι πολύ μεγάλα για να διαχυθούν μέσω της μεμβράνης.

Επαναπρόσληψη: Απενεργοποίηση ενός νευροδιαβιβαστή, όταν πρωτεΐνες-μεταφορείς της μεμβράνης τον επαναφέρουν στην προσυναπτική τελική απόληξη, ώστε να χρησιμοποιηθεί ξανά στο μέλλον.

Επιγενετική: Διαφορές στην έκφραση γονιδίων, οι οποίες σχετίζονται με το περιβάλλον και τις εμπειρίες.

Επιληψία: Κατάσταση που προκαλείται από αυθόρμητες διαταραγμένες εκφορτίσεις νευρώνων του εγκεφάλου λόγω τραυματισμού του ιστού, ή από κάποια βλάβη, λοίμωξη ή όγκο, και χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες κρίσεις σπασμών, οι οποίες σχετίζονται με διαταραχές στα επίπεδα συνείδησης.

Επινεφρίνη / Αδρεναλίνη: Χημικός νευροδιαβιβαστής που δρα ως ορμόνη για να κινητοποιήσει το σώμα για μάχη ή φυγή σε περιόδους στρες και ως νευροδοαβιβαστής στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Επίφυση / Κωνάριο: Αδένας του διάμεσου εγκεφάλου. Πηγή ορμονών που επηρεάζουν τους ημερήσιους και τους εποχικούς βιορυθμούς.

Ερέθισμα: Ερεθιστική ουσία ή γεγονός που προκαλεί μεταβολές στην ενεργοποίηση μιας περιοχής του εγκεφάλου.

Ερυθρός πυρήνας: Πυρήνας στο πρόσθιο μέρος της καλύπτρας του μέσου εγκεφάλου. Αποτελεί συναπτικό σταθμό στο πλαίσιο της φλοιο-ερυθρο-νωτιαίας κινητικής οδού.

Έσω διαμήκης σχισμή: Σχισμή που διαχωρίζει τα δύο ημισφαίρια.

Ετερόπλευρη παραμέληση: Παραμέληση του μέρους του σώματος ή του χώρου, που βρίσκεται ετερόπλευρα της βλάβης. Ονομάζεται και παραμέληση.

Ετερόπλευρος: Αυτός που εντοπίζεται στην πλευρά του σώματος που βρίσκεται απέναντι από το σημείο αναφοράς.

Ευαισθητοποίηση: Αυξημένη απαντητικότητα σε ίσες δόσεις μιας ουσίας. Μαθημένη συμπεριφορά κατά την οποία η απόκριση σε ένα ερέθισμα ενισχύεται μετά από επαναλαμβανόμενες παρουσιάσεις καθώς το ερέθισμα είτε αξιολογείται ως καινοφανές είτε ως πιο ισχυρό απ' ότι συνήθως - αντίθετα δηλαδή με ό,τι συμβαίνει κατά κανόνα στις περιπτώσεις που έχει επέλθει εξοικείωση.

Η

Ηλεκτρική σύναψη: Δείτε το λήμμα Χασματοσύνδεση.

Ημιανοψία: Απώλεια της όρασης είτε στο δεξί είτε στο αριστερό οπτικό πεδίο.

Ημικύκλιοι σωλήνες: Δομές (τρεις) του μέσου ωτός, που είναι γεμάτες με λέμφο και έχουν ένα άνοιγμα προς την πλευρά της αίθουσας και χρησιμεύουν ως μέρος του υποδεκτικού συστήματος για την ισορροπία.

Ημισφαίριο: Στην αριστερή και τη δεξιά πλευρά του φλοιού και της παρεγκεφαλίδας, κάθε μέλος του ζεύγους των δομών που απαρτίζουν τον τελικό εγκέφαλο.

Ηρωίνη: Ένα εξαιρετικά εθιστικό παράγωγο της μορφίνης.

Θ

Θάλαμος: Ομάδα πυρήνων στον διεγκέφαλο, που απαρτιώνει πληροφορίες από όλα τα αισθητήρια συστήματα και τις προβάλλει στις κατάλληλες περιοχές του φλοιού.

Θερμορύθμιση: Ικανότητα ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος.

Θέση πρόσδεσης αγχολυτικών φαρμάκων: Θέση που επιτρέπει την πρόσδεση βενζοδιαζεπινών και αυξάνει την πρόσδεση του γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) στους υποδοχείς. Αυτό σημαίνει ότι η διαθεσιμότητα του GABAκαθορίζει την ισχύ ενός αγχολυτικού φαρμάκου.

Ι

Ιδιοδεκτικός: Αυτός που αναφέρεται στα αισθητηριακά ερεθίσματα που προέρχονται από τους μυς και τους τένοντες.

Ιδιοδεκτικότητα: Αντίληψη της θέσης και της κίνησης του σώματος, των άκρων και της κεφαλής.

Ιδιοπαθής κρίση: Επιληπτική κρίση που ξεκινά αυθόρμητα και χωρίς να υπάρχουν άλλες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Ινιακά κέρατα: Οι πιο οπίσθιες προβολές των πλάγιων κοιλιών, που εισέρχονται στον ινιακό λοβό.

Ινιακός λοβός: Μεγάλη περιοχή του φλοιού στο οπίσθιο τμήμα της κεφαλής.

Ιόν: Θετικά ή αρνητικά φορτισμένο άτομο ή μόριο.

Ιοντοτροπικός υποδοχέας: Πρωτεΐνη ενσωματωμένη στην κυτταρική μεμβράνη, που δρα ως: (1) θέση δέσμευσης για έναν νευροδιαβιβαστή, και (2) δίαυλος που ρυθμίζει τη ροή των ιόντων έτσι ώστε να μεταβάλουν απευθείας και ταχέως την τάση της μεμβράνης.

Ιππόκαμπος: Χαρακτηριστική δομή του μεταιχμιακού συστήματος που βρίσκεται στην πρόσθια έσω περιοχή του κροταφικού λοβού. Συμμετέχει σε τυπικές των ειδών συμπεριφορές, τη μνήμη και τον προσανατολισμό στον χώρο και είναι ευαίσθητη στις επιδράσεις του άγχους.

Ισταμίνη: Αμινοξύ-νευροδιαβιβαστής που ελέγχει την εγρήγορση και την επαγρύπνιση. Μπορεί επίσης να προκαλέσει συστολή των λείων μυών και έτσι, όταν ενεργοποιείται σε αλλεργικές αντιδράσεις, να προκαλέσει άσθμα, δηλαδή συστολή των αεραγωγών.

Κ

Καλύπτρα: Το τμήμα του μέσου εγκεφάλου που βρίσκεται κοιλιακά του τετράδυμου πετάλου. Περιέχει ένα σύνολο αισθητηριακών και κινητικών οδών και πυρήνες που συμμετέχουν σε λειτουργίες σχετικές με την κίνηση και την αντίληψη του πόνου και λειτουργίες τυπικές των ειδών.

Καμπτήρας μυς: Μυς που λυγίζει ένα μέλος σε μία άρθρωση.

Κατάχρηση ουσιών: Χρήση μίας ουσίας για χάρη των ψυχολογικών και συμπεριφορικών αλλαγών που προκαλεί, πέρα από τις πιθανές θεραπευτικές δράσεις της.

Κατεχολαμίνες: Ομάδα νευροδιαβιβαστών που περιλαμβάνει την επινεφρίνη (αδρεναλίνη), τη νορεπινεφρίνη(νοραδρεναλίνη) και την ντοπαμίνη.

Κατιόν: Θετικά φορτισμένο ιόν.

Κάτω κροταφικός φλοιός: Η περιοχή ΤΕ σύμφωνα με την περιγραφή του von Economo. Οπτικές περιοχές στον κροταφικό λοβό.

Καφεϊνη: Διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο καφές και τσάι περιέχουν καφεϊνη.

Κβάντο: Ποσότητα νευροδιαβιβαστή, τόση όση είναι τα περιεχόμενα ενός μόνο συναπτικού κυστιδίου, η οποία παράγει μια μεταβολή στο μετασυναπτικό ηλεκτρικό δυναμικό, η οποία μόλις μπορεί να γίνει αντιληπτή.

Κεντρική αύλακα: Σχισμή που διατρέχει ραχιαία τα ημισφαίρια κοντά στη μέση γραμμή, κατευθύνεται λοξά προς τα κάτω και προς τα πάνω μέχρι να συναντήσει την πλάγια σχισμή, ξεχωρίζοντας με αυτό τον τρόπο τους μετωπιαίους και τους βρεγματικούς λοβούς. Ονομάζεται και σχισμή του Rolando.

Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) Ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός περικλείονται από οστά - το κρανίο και οι σπόνδυλοι, αντίστοιχα- και δε μπορεί να μεγαλώσει ξανά μετά από βλάβη.

Κερκοφόρος πυρήνας - κέλυφος : Μεγάλη ομάδα πυρηνών που βρίσκεται κάτω από το μετωπιαίο φλοιό. Εξέχουσα δομή των βασικών γαγγλίων που αναφέρεται συχνά με τον όρο ραβδωτό.

Κιναισθησία: Αντίληψη της κίνησης ή της θέσης των άκρων και του σώματος. Συχνά χρησιμοποιείται όταν γίνεται αναφορά στην αντίληψη αλλαγών στις αρθρώσεις.

Κίνηση [ movement ]: Κινητική συμπεριφορά.

Κινητική απραξία [ motor apraxia ]: Αδυναμία εκτέλεσης εκούσιων κινήσεων ώστε να εκτελεστεί μία στοχοκατευθυνόμενη πράξη, ενώ δεν υπάρχει παράλυση.

Κινητική αφασία [ motor aphasia ]: Διαταραχή κατά την οποία ο ασθενής δε μπορεί να εκτελέσει τις σωστές κινήσεις του στόματος και της γλώσσας για να σχηματίσει λέξεις σε αντίθεση με την αφασία Wernicke( Αισθητηριακή αφασία), κατά την οποία υπάρχει ευχέρεια λόγου αλλά ο λόγος δεν έχει νόημα. Πρόκειται για μια μορφή αφασίας χωρίς ευχέρεια λόγου. Αναφέρεται και ως αφασία.

Κινητική οδός [ motor pathway ]: Νευρικές ίνες που συνδέουν τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό με τους μυς του σώματος μέσω του σωματικού νευρικού συστήματος.

Κινητικός νευρώνας [ motor neuron, motoneuron ]: Νευρώνας που μεταφέρει πληροφορίες από τον εγκέφαλο (κινητικό φλοιό και εγκεφαλικό στέλεχος) και τον νωτιαίο μυελό για να συσπαστούν οι μύες.

Κινητικός φλοιός [ motor cortex ]: Η περιοχή 4 του φλοιού. Παράγει μυϊκές κινήσεις.

Κλασική εξαρτημένη (παβλοβιανή) μάθηση [ classical (Pavlovian) conditioning ]: Μορφή ασύνειδης μάθησης κατά την οποία ένα ουδέτερο ερέθισμα συχετίζεται με ένα ερέθισμα που προκαλεί μία συμπεριφορά.

Κλίση συγκέντρωσης [ concentration gradient ]: Διαφορά στη συγκέντρωση ενός ιόντος στις δύο πλευρές μιας μεμβράνης.

Κλίση τάσης [ voltage gradient ]: Διαφορά στην τάση ανάμεσα σε δύο περιοχές, που επιτρέπει τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, όταν αυτές οι δύο περιοχές συνδέονται.

Κοιλία [ ventricle ]: Κοιλότητα στον εγκέφαλο που περιέχει εγκεφαλονωτιαίο υγρό

Κοιλιακή ρίζα [ ventral route ]: Διακλάδωση νεύρου που αποτελείται από ίνες, οι οποίες μεταφέρουν κινητικές πληροφορίες από το κοιλιακό( στον άνθρωπο πρόσθιο) τμήμα του νωτιαίου μυελού.

Κοιλιακό ρεύμα [ ventral stream ]: Οπτική οδός από τον πρωτοταγή οπτικό φλοιό ως τον κροταφικό φλοιό, η οποία συμμετέχει στην αναγνώριση ερεθισμάτων(αναγνώριση μορφής) και την αναπαράσταση οπτικών αντικειμένων.

Κοκαϊνη [cocaine]: Αλκαλοειδές που παράγεται από τα φύλλα ερυθρόξυλου της κόκας ή συντίθεται χημικά. Η κύρια κλινική χρήση της είναι ως τοπικό αναισθητικό.

Κοκκώδη κύτταρα[granule cells]: Αισθητηριακά κύτταρα του ιππόκαμπου. Νευρώνες σφαιρικού σχήματος, σε αντίθεση με τα πυραμιδοειδή κύτταρα, τα οποία έχουν πυραμιδοειδή κυτταρικά σώματα.

Κόμβος του Ranvier[node of Ranvier]: Διάστημα που ξεχωρίζει τα κύτταρα Schwann τα οποία σχηματίζουν την επικάλυψη(ή μυελίνη) ενός νευράξονα. Είναι πλούσιο σε τασεοευαίσθητους διαύλους. Οι κόμβοι του Ranvier επιταχύνουν τη μετάδοση των νευρικών ώσεων.

Κοχλίας[cochlea]: Δομή του έσω ωτός, που περιέχει τους υποδοχείς για την ακοή. Το πιο σημαντικό όργανο της ακοής.

Κουλτούρα[culture]: Πολύπλοκες μαθημένες συμπεριφορές που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά μέσω της διδασκαλίας και των εμπειριών.

Κρανιακά νεύρα[cranial nerves]: Σειρά δώδεκα ζευγών από νεύρα που μεταφέρουν αισθητηριακές και κινητικές πληροφορίες από και προς την κεφαλή.

Κρανιοσκοπία[cranioscopy]: Τεχνική εξέτασης της επιφάνειας του κρανίου ενός ανθρώπου για τον εντοπισμό εξογκωμάτων και βαθουλωμάτων για φρενολογική ανάλυση, δηλαδή για τον προσδιορισμό νοητικών και ηθικών ιδιοτήτων του χαρακτήρα του συγκεκριμένου ανθρώπου. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται παντελώς λανθασμένη στις μέρες μας.

Κρίσιμη περίοδος[critical period]: Αναπτυξιακή περίοδος κατά την οποία κάποιο γεγονός έχει μακροχρόνιες επιδράσεις στον άνθρωπο. Ονομάζεται ευαίσθητη περίοδος.

Κροταφικό πεδίο[planum temporale]: Περιοχή που αποτελείται από το άνω πρόσθιο και οπίσθιο κροταφικό πεδίο[ anterior aSTP, posterior superior pSTP] καθώς και τον ακουστικό φλοιό (έλικα του Heschl) στην πλάγια σχισμή( σχισμή του Sylvius).

Κροταφικοβρεγματική σύνδεση[temporoparietal junction]: Περιοχή όπου συναντόνται ο κροταφικός και ο βρεγματικός λοβός στο τέλος της σχισμής του Sylvius.

Κροταφικός λοβός[temporal lobe]: Περιοχή του φλοιού και οι συνδέσεις της κάτω από την πλάγια σχισμή και δίπλα από τα κροταφικά οστά.

Κυστίδιο[vesicle]: Μικρή κύστη ή θύλακας που περιέχει υγρό.

Κύτταρα Schwann[Schwann cells]: Νευρογλοιακά κύτταρα στο περιφερικό νευρικό σύστημα που σχηματίζουν το έλυτρο μυελίνης σε αισθητηριακούς και κινητικούς νευράξονες.

Κυτταρική συνάθροιση[cell assembly]: Υποθετική ομάδα νευρώνων που συνδέονται λειτουργικά διότι λαμβάνουν τα ίδια αισθητηριακά ερεθίσματα. Σύμφωνα με την Donald Hebb, αποτελεί βάση για την αντίληψη, τη μνήμη και τη σκέψη.

Κυτταρικό σώμα/ Κυτταρόσωμα[cell body]: Σημαντικό τμήμα του κυττάρου που περιέχει τον πυρήνα και άλλα οργανίδια όπως αυτά που παράγουν και τροποποιούν πρωτεϊνες.

Κωνίο[cone]: Φωτοϋποδοχέας που εξειδικεύεται στην αντίληψη των χρωμάτων και την οπτική οξύτητα.

Λειτουργική μαγνητική τομογραφία ή λειτουργική απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού[functional magnetic resonance imaging fMRI]: Απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού κατά την οποία καταγράφονται αλλαγές σε στοιχεία όπως ο σίδηρος και το οξυγόνο , ενώ ο εξεταζόμενος εκτελεί μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της εγκεφαλικής δραστηριότητας είτε σε κατάσταση ηρεμίας είτε κατά την εκτέλεση μιας συμπεριφοράς. Δείτε το λήμμα Μαγνητική τομογραφία.

Λ

Λειτουργικός χάρτης[functional map]: Χάρτης του φλοιού ο οποίος κατασκευάζεται είτε μετά από ηλεκτρικό ερεθισμό διαφόρων περιοχών του εγκεφάλου και ακόλουθη καταγραφή της συμπεριφοράς που εκλύθηκε, είτε με καταγραφή της ηλεκτρικής δραστηριότητας κατά την εκτέλεση συγκεκριμένων συμπεριφορών. Συσχετίζει συγκεκριμένες συμπεριφορές με περιοχές στον εγκέφαλο.

Λευκή ουσία[white matter]: Τμήματα του νευρικού συστήματος, πλούσια σε εμμύελους νευράξονες, που σχηματίζουν τις συνδέσεις μεταξύ των κυττάρων του εγκεφάλου.

Μ

Μάθηση[learning]: Σχετικά μόνιμη αλλαγή στη συμπεριφορά, που οφείλεται στην εμπειρία.

Μακροπρόθεσμη/ μακρόχρονη ενδυνάμωση[long term potentiation, LTP]: Μεταβολή μακράς διάρκειας στη μετασυναπτική απάντηση ενός κυττάρου, ως αποτέλεσμα προηγούμενης εμπειρίας με ερεθισμό υψηλής συχνότητας. Ο όρος είναι γνωστός και ως long term enhancement. LTE

Μακρόχρονη μνήμη[long term memory]: Έκδηλη μνήμη η οποία συμπεριλαμβάνει τη μνήμη επεισοδίων, σχετικά με προσωπικές εμπειρίες, τη σημασιολογική μνήμη, σχετικά με γεγονότα, και την άδηλη μνήμη, όπως οι κινητικές δεξιότητες. Καθένα από αυτά τα είδη μνήμης υποστηρίζεται από διαφορετικές οδούς στον εγκέφαλο.

Μανία[mania]: Διαταραγμένη νοητική κατάσταση ακραίας διέγερσης, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερβολική ευφορία.

Μεγαλοκυτταρική στιβάδα[magnocellular layer]: Στιβάδα μεγάλων νευρώνων

Μείζον ηρεμιστικό[major tranquilizer]: Φάρμακο που αποκλείει τους D2 ντοπαμινεργικούς υποδοχείς. Χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για τη θεραπεία τη σχιζοφρένειας. Ονομάζεται και νευροληπτικό ή αντιψυχωσικό φάρμακο.

Μέλαινα ουσία[substantia nigra]: Πυρήνας στο μέσο εγκέφαλο, που περιέχει κυτταρικά σώματα ντοπαμινεργικών νευραξόνων, τα οποία συνδέονται με τον τελικό εγκέφαλο και είναι σημαντική για συμπεριφορές ανταμοιβής. Σε ανθρώπινο ιστό που έχει υποβληθεί σε μονιμοποίηση, η περιοχή έχει μελανό χρώμα, από το οποίο πήρε και την ονομασία της.

Μερική επιληπτική χρήση[partial seizure]: Διαταραγμένες ηλεκτρικές εκφορτίσεις που περιορίζονται σε μία μόνο ή λίγες περιοχές του εγκεφάλου.

Μεσολόβιο[corpus callosum]: Σύνδεσμος(σύστημα ινών) που συνδέει ομοτοπικές περιοχές στα δύο ημισφαίρια.

Μεσομεταιχμιακό ντοπαμινεργικό σύστημα[mesolimbic dopamine system]: Ντοπαμινεργικοί νευρώνες στον μέσο εγκέφαλο, που προβάλλουν στον επικλινή πυρήνα και το εσωτερικό τμήμα των βασικών γαγγλίων, του μεταιχμιακού συστήματος και του νεόφλοιου.

Μέσος εγκέφαλος[mesencephalon/midbrain]: Ένα από τα τρία εμβρυϊκα κυστίδια, τα οποία στον εγκέφαλο των εμβρύων θηλαστικών ακολούθως σχηματίζουν το τετράμυδο πέταλο και την καλύπτρα. Στα ενήλικα ψάρια, αμφίβια και ερπετά αποτελεί την έδρα της όρασης και της ακοής.

Μεταβολοτροπικός υποδοχέας[metabotropic receptor]: Υποδοχέας ενσωματωμένος στην κυτταρική μεμβράνη που μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία άλλων υποδοχέων ή να δράσει μέσω δεύτερων αγγελιαφόρων για να επηρεάσουν άλλες κυτταρικές διαδικασίες. Ο υποδοχέας διαθέτει μια θέση δέσμευσης νευροδιαβιβαστή αλλά δεν διαθέτει δίαυλο και συνδέεται με μια G- πρωτεϊνη(πρωτεϊνη δέσμευσης γουανυλικού νουκλεοτιδίου).

Μεταιχμιακό σύστημα[limbic system]: Διαφορετικές δομές του τελικού εγκέφαλου που βρίσκονται ανάμεσα στο νεοφλοιό και το εγκεφαλικό στέλεχος και σχηματίζουν ένα λειτουργικό σύστημα, που ελέγχει συμπεριφορές σχετικές με τα συναισθήματα και τα κίνητρα καθώς και συγκεκριμένα είδη μνήμης. Μεταξύ άλλων δομών, περιλαμβάνει τον φλοιό του προσαγωγίου, τους πυρήνες της αμυγδαλής, τον ιππόκαμπο και τον υποθάλαμο μεταξύ άλλων δομών. Ονομάζεται και ερπετικός εγκέφαλος(reptilian brain) ενώ παλαιότερα ήταν γνωστός ως μεγάλος μεταιχμιακός λοβός(grand limbic lobe).

Μετασυναπτική μεμβράνη[postsynaptic membrane]: Μεμβράνη στη πλευρά της σύναψης (κατά κανόνα δενδριτική άκανθα), όπου δρα ο νευροδιαβιβαστής.

Μετασυναπτικό μικροδυναμικό[miniature postsynaptic potential, MPP]: Μικρό διεγερτικό ή ανασταλτικό διαβαθμιζόμενο δυναμικό, το εύρος του οποίου σχετίζεται με τον αριθμό των κβάντων νευροδιαβιβαστή που απελευθερώνονται κατά τη σύναψη.

Μετεγκέφαλος[metencephalon]: Το πρόσθιο τμήμα του πομβοειδούς εγκεφάλου των θηλαστικών. Αποτελείται από την παρεγκεφαλίδα και την γέφυρα.

Μετωπιαίοι λοβοί[frontal lobes]: Όλος ο νεοφλοιός και οι συνδέσεις μπροστά από την κεντρική αύλακα.

Μη ακανθοειδείς νευρώνες[aspiny neurons]: Κατηγορία ανασταλτικών νευρώνων που δεν έχουν δενδριτικές ακάνθες.

Μήνιγγες[meninges]: Τρία καλύματα προστατευτικού ιστού- η σκληρή, η αραχνοειδής και η χωριοειδής μήνιγγα- που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό.

Μικροκυτταρική στιβάδα[parvocellular layer]: Στιβάδα μικρών νευρώνων

Μικρομοριακός νευροδιαβιβαστής[small molecule transmitter]: Κατηγορία νευροδιαβιβαστών ταχείας δράσης, που συντίθονται στην τελική απόληξη του νευράξονα από προϊόντα που λαμβάνονται μέσω της διατροφής.

Μικρονευρογλοιακά κύτταρα[microglia]: Νευρογλοιακά που προέρχονται από το αίμα, συμβάλλουν στην αποκατάσταση των κυττάρων και καθαρίζουν υπολείμματα στο νευρικό σύστημα.

Μικροσωληνίσκοι[microtubules]: Κυτταρικές δομές που μοιάζουν με ίνες στο κυτταρικό σώμα και στις αποπλήξεις των νευρικών κυττάρων. Μεταφέρουν ουσίες από το κυτταρικό σώμα σε απομακρυσμένα σημεία του κυττάρου ή το αντίστροφο.

Μιτοχόνδριο[mitochondrion]: Κυτταρικό οργανλιδιο που διαθέτει δικό του γενετικό υλικό και περιβάλλεται από διπλή μεμβράνη, και παράγει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας του κυττάρου μέσα από πολυάριθμες διαδικασίες.

Μνήμη επεισοδίων(αυτοβιογραφική)[episodic(autobiographic) memory]: Μνήμη προσωπικών γεγονότων ζωής. Η ανάκληση μοναδικών γεγονότων που επιτρέπει στους ανθρώπους να θυμούνται προσωπικές εμπειρίες του παελθόντος.

Μονοαμίνες : Ομάδα νευροδιαβιβαστών, σεροτονίνη και κατεχολαμίνες, που χαρακτηρίζονται από την παρουσία αμινομάδας.

Μονόπλευρη οπτική παραμέληση : Παραμέληση όλων των αισθητηριακών ερεθισμάτων από ένα ή και περισσότερα αισθητήρια αισθήματα όταν το ερέθισμα περιορίζεται στο ένα μισό του κόσμου , όπως ορίζεται από τον κεντρικό άξονα του σώματος .

Μορφίνη : Κύριο και πολύ δραστικό αλκαλοειδές του οπίου .Τα υδροχλωρικά και θειικά άλατά του χρησιμοποιούνται ως ναρκωτικά αναλγητικά .

Μουσκαρινικός υποδοχέας : Χολινεργικός υποδοχέας που ενεργοποιείται από χολινεργικές ψυχεδελικές ουσίες . Η μουσκαρίνη είναι μία χημική ουσία που προέρχεται από τον μύκητα Amanita muscaria ( μανιτάρι ), που δρα στο παρασυμπαθητικό σύστημα αλλα δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό .

Μυασθένια Gravis / Βαρεία μυασθένια : Κατάσταση κόπωσης και μυϊκής αδυναμίας χωρίς αισθητηριακές διαταραχές ή ατροφία . Μια αυτοάνοση κινητική διαταραχή που προκαλεί μείωση των διαθέσιμων υποδοχέων ακετυλοχολίνης στη συναπτική σχισμή.

Μυελεγκέφαλος : Το οπίσθιο τμήμα του ρομβοειδούς εγκεφάλου των θηλαστικών , που περιλαμβάνει τον προμήκη μυελό και την τέταρτη κοιλία .

Μυελίνη : Λιπιδική ουσία που σχηματίζει ένα μονωτικό έλυτρο γύρω από συγκεκριμένες νευρικές ίνες . Στο κεντρικό νευρικό σύστημα σχηματίζεται από ολιγοδενδρογλοιακά κύτταρα και στο περιφερικό νευρικό σύστημα σχηματίζεται από κύτταρα Schwann .

Μυελίνωση : Ο σχηματισμός μυελίνης στους νευράξονες . Μερικές φορές χρησιμοποιείται ως δείκτης ωρίμανσης .

Μυοκλονικός σπασμός : Έντονη κρίση σπασμών με ξαφνική κάμψη ή έκταση του σώματος , η οποία συχνά ξεκινά με μία κραυγή .

Μυοτατικό αντανακλαστικό : Σύσπαση ενός μυός για να αντισταθεί στην διάσταση . Διαμεσολαβείται από την μυϊκή άτρακτο , ένα εξειδικευμένο σύστημα αισθητηριακών υποδοχέων που υπάρχει σε κάθε σκελετικό μυ .

Ν

Ναρκοληψία : Κατάσταση κατά την οποία κάποιος διακατέχεται από υπερβολικό ύπνο ή απρόσφορα επαναλαμβανόμενα σύντομα επεισόδια ύπνου , συχνά ύπνου REM.

Νεοραβδωτό : Ο επικλινής πυρήνας συν το κέλυφος των βασικών γαγγλιών . Ονομάζεται και ραβδωτό σώμα .

Νεόφλοιος : Η νεότερη στιβάδα του εγκεφάλου , που σχηματίζει το εξωτερικό περίβλημα του , λέγεται αλλιώς και «νέος φλοιός ». Αποτελείται από τέσσερεις έως έξι στοιβάδες κυττάρων . Σε αυτό το βιβλίο χρησιμοποιείται συνώνυμα με τον όρο φλοιός .

Νευράξονας: Η μεγάλη επιμηκής αποφυάδα του νευρώνα ή η μοναδική ίνα ενός νευρώνα που μεταφέρει μηνύματα σε άλλους νευρώνες(ή μυς ή αδένες)

Νευραξονοαξονική σύναψη: Σύναψη μεταξύ δύο νευραξόνων

Νευραξονοδενδριτική σύναψη: Σύναψη ανάμεσα σ έναν νευράξονα κι έναν δεντδρίτη.

Νευραξονοεκκριτική σύναψη: Σύναψη ανάμεσα σε έναν νευράξονα και ένα αιμοφόρο αγγείο, στην οποία ο νευδροδιαβιβαστής εισέρχεται στην αιματική κυκλοφορία σαν ορμόνη.

Νευραξονομυϊκή σύναψη: Σύναψη ανάμεσα σε έναν νευράξονα κι έναν μυ.

Νευραξονοσωματική σύναψη: Σύναψη ανάμεσα σε έναν νευράξονα και το κυτταρόσωμα ενός νευρώνα .

Νευρική ίνα: Αποτελεί μέρος του νευρώνα. Μια μακριά απόληξη που μεταφέρει πληροφορίες από έναν νευρώνα σε άλλους.

Νευρική ώση: Κίνηση ή μετάδοση ενός δυναμικού ενέργειας κατά μήκος ενός νευράξονα. Ξεκινά από ένα σημείο κοντά στο κυτταρικό σώμα(εκφυτικό κώνο) και συνεχίζει σε όλο το μήκος του νευράξονα.

Νευρικό βλαστικό κύτταρο: Αυτοανανεούμενο πολυδύναμο κύτταρο, από το οποίο προκύπτουν τα διαφορετικά είδη νευρώνων και νευργλοιακών κυττάρων στο νευρικό σύστημα.

Νευρικός αυξητικός παράγοντας: Πρωτεϊνη που συμμετέχει στη διατήρηση της ανάπτυξης ενός κυττάρου.

Νευρικός σωλήνας: Δομή στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξης του εγκεφάλου, από την οποία σχηματίζεται ο εγκέφαλος και ο νωτιαίος μυελός.

Νευριτικές πλάκες: Περιοχές μερικής νέκρωσης, που συχνά ανευρίσκονται στους φλοιούς ανθρώπων με γεροντική άνοια, όπως είναι η νόσος Alzheimer.

Νεύρο: Μεγάλο σύνολο νευραξόνων(νευρικών ινών) που μεταφέρουν πληροφορίες από και προς το νευρικό σύστημα(κρανιακά και νωτιαία).

Νευροβλάστη: Οποιοδήποτε προγονικό κύτταρο, που εξελίσσεται σε νευρικό κύτταρο.

Νευρογλοία: Κύτταρα στο νευρικό σύστημα, που παράγουν μόνωση, θρεπτικά συστατικά και υποστήριξη και βοηθούν στην αποκατάσταση των νευρώνων και την καταστροφή των μεταβολικών τοξικών προϊόντων. Ονομάζονται και νερογλοιακά κύτταρα

Νευροδιαβιβαστής: Χημική ουσία που απελευθερώνεται από έναν νευρώνα σε ένα στόχο και μπορεί να έχει διεγερτική ή ανασταλτική δράση.

Νευροενδοκρινικός: Αυτός που αναφέρεται στην αλληλεπίδραση του νευρικού και του ενδοκρινικού (ορμονικού) συστήματος.

Νευροπλαστότητα: Η ιδιότητα του νευρικού συστήματος να μεταβάλλεται σε επίπεδο χημείας ή φυσιολογίας, που αυξάνει την προσαρμοστικότητά του σε αλλαγές του περιβάλλοντος και την ικανότητά του να αντισταθμίζει τις βλάβες. Ονομάζεται και ευπλαστότητα ή εγκεφαλική ευπλατότητα.

Νευροληπτικό φάρμακο: Φάρμακο με αντιψυχωσική δράση, που επηρεάζει κυρίως την ψυχοκινητική ταχύτητα και σε γενικές γραμμές δεν έχει υπνωτική δράση. Ονομάζεται και αντιψυχωσικό φάρμακο.

Νευροπεπτίδιο: Πεπτίδια( μικρές αλυσίδες αμινοξέων) με ποικίλες λειτουργιές, που δρα ως νευροδιαβιβαστής. Συντίθεται σε νευρικά κύτταρα με τη βοήθεια του mRNA και σύμφωνα με οδηγίες από το DNA του κυττάρου.

Νευροτροφικοί παράγοντες: Ομάδα θρεπτικών ουσιών που υποστηρίζει την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση των αναπτυσσόμενων νευρώνων και ενδεχομένως διατηρεί ζωντανούς κάποιους νευρώνες κατά την ενήλικη ζωή.

Νευρώνας: Νευρικό κύτταρο που αποθηκεύει και μεταδίδει πληροφορίες. Η βασική μονάδα του νευρικού συστήματος. Περιλαμβάνει ένα κυτταρικό σώμα, πολλές απολήξεις(δενδρίτες) και έναν νευράξωνα

Νικοτίνη: Δηλητηριώδες αλκαλοειδές, που προέρχεται από τον καπνό ή παράγεται συνθετικά.

Νικοτινικός υποδοχέας: Χολινεργικός υποδοχές στη νευρομυϊκή σύναψη που η πρόσδεση της ακετυλοχολίνης σε αυτόν μιμείται τη δράση της νικοτίνης.

Νόμος των Bell-Magendie: Αρχή σύμφωνα με την οποία οι ραχιαίες ή οπίσθιες ρίζες του νωτιαίου μυελού είναι αισθητηριακές και οι κοιλιακές ή πρόσθιες ρίζες του είναι κινητικές.

Νοραδρενεργικός νευρώνας: Νευρώνας που χαρακτηρίζεται από την ικανότητα σύνθεσης νορεπινεφρίνης ή νοραδρεναλίνης. Ο όρος νοραδρεναλίνη προέρχεται από τη λέξη αδρεναλίνη, που είναι αντίστοιχος λατινικός όρος για την επινεφρίνη.

Νορεπινεφρίνη/ νοραδρεναλίνη: Νευροδιαβιβαστής που ανευρίσκεται στον εγκέφαλο και τη συμπαθητική μοίρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Μεταξύ άλλων επιταχύνει τον καρδιακό ρυθμό στα θηλαστικά.

Νοσοαγνωσία: Απώλεια της ικανότητας αναγνώρισης ή αποδοχής μιας ασθένειας ή σωματικού ελλείματος. Συνήθως σχετίζεται με βλάβες στον δεξιό βρεγματικό λοβό.

Νόσος Alzheimer: Εκφυλιστική διαταραχή του εγκεφάλου, η οποία σχετίζεται με το γήρας. Αρχικά εκδηλώνεται ως προοδευτική απώλεια μνήμης και εξελίσσεται σε γενικευμένη άνοια.

Νόσος Huntingtin: Κληρονομική ασθένεια η οποία χαρακτηρίζεται από χορειακές(αδιάκοπες, ακούσιες, απότομες) κινήσεις και προοδευτική άνοια με κατάληξη το θάνατο.

Νόσος Meniere: Διαταραχή του έσω ώτος που προκαλεί ίλιγγο και απώλεια ισορροπίας.

Νόσος Parkinson: Ασθένεια του κινητικού συστήματος που σχετίζεται με την απώλεια ντοπαμίνης στον εγκέφαλο και χαρακτηρίζεται από τρόμο, μυϊκή ακαμψία, εκούσιες κινήσεις και μεταβολές στο συναίσθημα και τη μνήμη.

Ντοπαμινεργική υπόθεση της σχιζοφρένειας: Άποψη σύμφωνα με την οποία τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας οφείλονται σε υπερβολική δραστηριότητα του νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη.

Ντοπαμίνη: Αμινεργικός νευροδιαβιβαστής που παίζει ρόλο στο συντονισμό τη ς κίνησης, την προσοχή και την μάθηση και σε ενιχυτικές συμπεριφορές.

Νωτιαίο αντανακλαστικό: Αντίδραση που παρατηρείται μόνο όταν ο νωτιαίος μυελός λειτουργεί.

Νωτιαίος μυελός: Τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος που περιβάλλεται από τη σπονδυλική στήλη.

Ο

Οδοντωτή έλικα: Περιοχή του ιπποκάμπειου σχηματισμού.

Οδός/ δεμάτιο: Μεγάλο σύνολο νευραξόνων που ακολουθούν την ίδια πορεία στο κεντρικό νευρικό σύστημα

Οίδημα: Παθολογική συσσώρευση υγρού σε ενδοκυττάρια τμήματα του σώματος.

Ολιγοδενδροκύτταρα: Νευρογλοιακά κύτταρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, που σχηματίζουν το έλυτρο μυελίνης των νευραξόνων

Ομιλία/ λόγος: Το ανώτερο επίπεδο επεξεργασίας της γλώσσας, κατά το οποίο οι προτάσεις συνδυάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να παράγεται νόημα από τα λεγόμενα.

Ομοιόσταση: Διατήρηση ενός χημικά και φυσικά σταθερού εσωτερικού περιβάλλοντος.

Ομοιοστατική ορμόνη: Καθεμία από ένα σύνολο ορμονών που συμβάλλουν στη διατήρηση της μεταβολικής ισορροπίας και ρυθμίζουν τα σωματικά συστήματα σε έναν οργανισμό.

Ομώνυμη ημιανοψία: Απώλεια της όρασης σε ένα ολόκληρο οπτικό πεδίο λόγω πλήρους αποσύνδεσης της οπτικής οδού, του έξω(πλάγιου) γονατώδους σώματος ή της περιοχής 17.

Όπιο: Ακατέργαστο ρητινώδες εκχύλισμα από την οπιούχο παπαρούνα.

Οπιοειδές αναλγητικό: Φάρμακο, όπως η μορφίνη, με υπναγωγικές και παυσίπονες ιδιότητες. Αρχικά ονομαζόταν ναρκωτικό αναλγυτικό.

Οπίσθια ρίζα: Κλάδος νεύρου που αποτελείται από ίνες, οι οποίες μεταφέρουν αισθητηριακές πληροφορίες, και εισέρχεται σε κάθε τμήμα του οπίσθιου νωτιαίου μυελού.

Οπίσθιος βρεγματικός λοβός: Οι βρεγματικές περιοχές PE, PF και PG, που βρίσκονται πίσω από τις πρωτοταγείς σωματοαισθητικές περιοχές.

Οπίσθιος εγκέφαλος: Περιοχή του εγκεφάλου, η οποία αποτελείται κυρίως από την παρεγκεφαλίδα, τον προμήκη μυελό, τη γέφυρα και την τέταρτη κοιλία.

Οπίσθιος φλοιός: Νεόφλοιος πίσω από την κεντρική σχισμή. Προσδιορίζει τους στόχους των κινήσεων και στέλνει αισθητηριακές πληροφορίες από την όραση, την αφή και την ακοή σε μετωπιαίες περιοχές μέσω πολλαπλών οδών.

Οπτική αγνωσία μορφής: Αδυναμία αντίληψης του σχήματος των αντικειμένων, αναγνώρισης ή σχεδιασμού των αντικειμένων.

Οπτική αταξία: Διαταραχή στην οπτική καθοδήγηση των κινήσεων των χεριών, που δε μπορεί να αποδοθεί σε κινητικά ή αισθητηριακά ελλείματα, ούτε και σε διαταραχές των οπτικών πεδίων ή της οπτικής οξύτητας. Αδυναμία αναγνώρισης του σημείου στο οποίο βρίσκονται τα αντικείμενα.

Οπτική ροή: Ροή οπτικών ερεθισμάτων που συνοδεύει την πρόσθια κίνηση ενός παρατηρητή στο χώρο

Οπτικό χάρισμα: Σημείο στο οποίο το οπτικό νεύρο από τον οφθαλμό χιάζεται μερικώς με το άλλο, σχηματίζοντας μια σύνδεση στη βάση του εγκεφάλου.

Όργανο του Corti: Όργανο που βρίσκεται κάθετα στον βασικό υμένα του κοχλία. Περιέχει ειδικούς αισθητηριακούς υποδοχείς για την ακοή και αποτελείται από νευροεπιθηλιακά τριχωτά κύτταρα και διαφόρων ειδών υποστηρικτικά κύτταρα.

Ορμόνες του φύλου: Κάθε μια από ένα σύνολο ορμονών, όπως η τεστοστερόνινη, που ελέχουν τις αναπαραγωγικές λειτουργίες και διαμορφώνουν την εμφάνιση ανάλογα με το φύλο και την ταυτότητα ως αρσενικό ή θηλυκό.

Οστάρια: Οστά του έσω ώτος: σφύρα, άκμωνας και αναβολέας.

Όσφρηση: Η αίσθηση της οσμής ή η ικανότητα να μυρίζει κάποιος.

Ουδός: Το κατώφλι πάνω από το οποίο ένα ερέθισμα προκαλεί μια αντίδραση.

Ουδός πυροδότησης: Το επίπεδο της τάσης σε μια κυτταρική μεμβράνη, κατά το οποίο πυροδοτείται ένα δυναμικό ενέργειας τασεοευαίσθητων διαύλων νατρίου και καλίου. Είναι περίπου -50mV.

Παγίωση μνημών: Διεργασία μέσω της οποίας οι βραχύχρονες μνήμες μετατρέπονται σε μακρόχρονες

Παράπλευρος κλάδος: Κύρια διακλάδωση ενός νευράξονα

Παρασυμπαθητικά νεύρα: Καταπραϋντικά νεύρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος, που επιτρέπουν στο σώμα να έχει «ηρεμία και πέψη».

Παρεγκεφαλίδα: Σημαντική δομή στον οπίσθιο εγκέφαλο , η οποία εξειδικεύεται στην μάθηση και την ρύθμιση του συντονισμού άλλων νοητικών διεργασιών.

Πεπτιδική ορμόνη: Χημικός μηνυματοδότης που συντίθεται από το DNA του κυττάρου και επηρεάζει τη φυσιολογία του κυττάρου-στόχου .

Πεπτίδιο:Κάθε ουσία που ανήκει που ανήκει σε μια οικογένεια χημικών ενώσεων μικρού μοριακού βάρους , που όταν υποστεί υδρόλυση θα μας δώσει δύο ή περισσότερα αμινοξέα.

Περιοχή Broca: Πρόσθια περιοχή του λόγου στο αριστερό ημισφαίριο η οποία συνεργάζεται με τον κινητικό φλοιό για την παραγωγή των κινήσεων που απαιτούνται για την ομιλία . Βλάβη σε αυτή την περιοχή προκαλεί αφασία Broca.

Περιοχή Wernicke: Δευτεροταγής ακουστικός φλοιός που ρυθμίζει την κατανόηση της γλώσσας. Ονομάζεται και οπίσθια ζώνη το λόγου.

Περιυδραγωγός φαία ουσία: Πυρήνες στον μέσο εγκέφαλο που περιβάλλουν τον υδραγωγό του εγκεφάλου. Περιέχει κυκλώματα για τυπικές των ειδών συμπεριφορές και παίζει σημαντικό ρόλο στην διαμεσολάβηση του πόνου μεταξύ των άλλων. Αναφέρεται και ως κεντρική φαία ουσία.

Περιφερικά νεύρα: Νεύρα που βρίσκονται εκτός του νωτιαίου μυελού και του εγκεφάλου.

Περιφερικό νευρικό σύστημα: Συλλογική ονομασία για όλους τους νευρώνες του σώαμτος που εντοπίζονται εκτός του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού και μπορούν να αναγεννηθούν μετά από βλάβη.

Πλάγια σχισμή: Βαθιά σχισμή στην επιφάνεια του εγκεφάλου που διαχωρίζει τους

κροταφικούς και τους βρεγματικούς λοβούς. Ονομάζεται και σχισμή του Sylvius.

Πλάγιο φλοιονωτιαίο δεμάτιο: Είναι μέρος των κατιουσών οδών του εγκεφάλου. Δεσμίδα ινών που μεταφέρει πληροφορίες σχετικές με την κίνηση των άπω μυών των άκρων. Ξεκινά από το επίπεδο του φλοιού και χιάζεται στην απέναντι πλευρά του εγκεφαλικού στελέχους στις πυραμίδες του προμήκη και μετά τον χιασμό κατέρχεται κατά μήκος του νωτιαίου μυελού και προβάλλει στην πλάγια περιοχή κάθε νευροτομίου. Είναι γνωστή και ως πυραμιδική οδός .

Πολλαπλή σκλήρυνση/Σκλήρυνση κατά πλάκας: Διαταραχή σε μεγάλο βαθμό των εμμύελων κινητικών ινών αλλά και των αισθητηριακών οδών, που οφείλεται σε απώλεια μυελίνης.

Πολυαισθητηριακός νευρώνας: Νευρώνας στον πολύτυπο φλοιό, που αποκρίνεται τόσο σε οπτικές και ακουστικές όσο και σε οπτικές και σωματοαισθητικές πληροφορίες.

Πολυπεμπτιδική αλυσίδα: Πεπτίδιο που περιέχει δύο ή περισσότερα αμινοξέα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με πεπτιδικούς δεσμούς.

Προκεντρική έλικα: Έλικα που βρίσκεται μπροστά από την κεντρική αύλακα. Ονομάζεται και περιοχή Μ1 ή πρωτοταγής κινητικός φλοιός.

Προκινητικός φλοιός: Οι μετωπιαίες περιοχές 6,8 και 44,που βρίσκονται μπροστά από τον κινητικό φλοιό. Αποτελεί την έδρα ενός ρεπερτόριου κινήσεων που βοηθά στην αναγνώριση των κινήσεων των άλλων και την επιλογή παρόμοιων ή διαφορετικών ενεργειών.

Προκλητό δυναμικό: Η νευροφυσιολογική απόκριση του εγκεφάλου σε συγκεκριμένης ποιότητας εξωτερικά ερεθίσματα. Σύντομη κυματομορφή με μεγάλο εύρος, που καταγράφεται από το τριχωτό της κεφαλής και αντιστοιχεί στην δραστηριότητα των δενδριτών μιας συγκεκριμένης εγκεφαλικής περιοχής.

Προμετωπιαίος φλοιός: Μεγάλη περιοχή του μετωπιαίου λοβού, μπροστά από τον κινητικό φλοιό, τον προκινητκό φλοιό και τον φλοιό του προσαγωγίου, που περιλαμβάνει τον ραχιαίο-πλάγιο, τον κοιλιακό έσω και τον κογχομετωπιαίο φλοιό, που δέχονται προβολές από τον ραχιαίο-έσω θαλαμικό πυρήνα. Παίζει σημαντικό ρόλο στον έλεγχο λειτουργιών, όπως ο σχεδιασμός κινήσεων και η διαμόρφωση στρατηγικής, και σε συμπεριφορές σχετικές με το συναίσθημα.

Προμήκης μυελός: Τμήματου οπίσθιου εγκεφάλου ακριβώς πάνω από τον νωτιαίο μυελό.

Προσαγωγός: Αυτός που μεταφέρει πληροφορίες προς μια περιοχή του κεντρικού

νευρικού συστήματος.

Προσθεγκέφαλος: Πρόσθιος εγκέφαλος, το πιο πρόσθιο τμήμα του εμβρυΪκού εγκεφάλου των θηλαστικών. Ευθύνεται για την όσφρηση στα ενήλικα ψάρια, τα αμφίβια και τα ερπετά.

Πρόσθια ρίζα: Κλάδος νεύρου που αποτελείται από ίνες, οι οποίες μεταφέρουν κινητικές πληροφορίες από το πρόσθιο τμήμα του νωτιαίου μυελού.

Πρόσθιο ή κοιλιακό φλοιονωτιαίο δεμάτιο: Οδός που μεταφέρει οδηγίες από τον φλοιό προς τον νωτιαίο μυελό για την κίνηση του κορμού του σώματος. Δεν χιάζεται προς την απέναντι πλευρά του εγκεφαλικού στελέχους στην πυραμιδική προεκβολή.

Πρόσθιος σύνδεσμος: Δεσμίδα ινών που συνδέει τους αριστερούς και δεξιούς κροταφικούς λοβούς.

Προσοχή: Επιλεκτική αντίληψη μέρους του περιβάλλοντος ή επιλεκτική ανταπόκριση σε είδος ερεθισμάτων.

Προσυναπτική μεμβράνη: Συναπτική μεμβράνη στην πλευρά της τελικής απόληξης του νευρώνα, από όπου απελευθερώνεται ο νευροδιαβιβαστής.

Προσωποαγνωσία: Διαταραχή στην αναγνώριση προσώπων, που δεν μπορεί να εξηγηθεί από ελλειματική οξύτητα ή μειωμένη συνείδηση ή εγρήγορση. Εκδηλώνεται άμεσα χωρίς άλλη συμπτωματολογία και θεωρείται ότι οφείλεται σε δεξιές βρεγματικές ή αμφίπλευρες βλάβες.

Πρωτεϊνη: Οποιαδήποτε πολύπλοκη οργανική ουσία, που περιέχει άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο, άζωτο και σε κάποιες περιπτώσεις θείο. Οι πρωτείνες, τα κύρια συστατικά του πρωτοπλάσματος όλων των κυττάρων, έχουν μεγάλο μοριακό βάρος και αποτελούνται από αμινοξέα που συνδέονται με πεπτιδικούς δεσμούς.

ΠρωτεΪνη δέσμευσης γουανυλικού νουκλεοτιδίου: Πρωτείνη που δεσμεύει το γουανυλικό νουκλετίδιο σε ένα μεταβαλοτροπικό υποδοχέα και η οποία, όταν ενεργοποιηθεί, προσδένεται σε άλλες πρωτεΪνες. Πρωτεϊνη που μεταφέρει ένα μήνυμα από έναν μεταβαλοτροπικό υποδοχέα σε άλλους υποδοχείς ή δεύτερους αγγελιαφόρους.

Πρωτοταγείς περιοχές: Περιοχές του νεόφλοιου που δέχονται προβολές από τα κύρια αισθητηριακά συστήματα ή στέλνουν προβολές στους μύς.

Πρωτοταγής αισθητηριακός φλοιός: Περιοχή του νεόφλοιου που δέχεται προβολές από τις κύριες περιοχές του θαλάμου για κάθε αίσθηση. Αντιστοιχεί στις περιοχές 17,41 και 3-1-2 κατά Brodmann.

Πρωτοταγής κινητικός φλοιός: Περιοχή του νεόφλοιου που αντιστοιχεί στην περιοχή 4 κατά Brodmann. Η κύρια περιοχή προέλευσης της φλοιονωτιαίας οδού.

Πτερύγιο: Εξωτερική δομή του έξω ωτός.

Πυραμιδικά/Πυραμιδοειδή κύτταρα: Νευρικά κύτταρα των οποίων τα κυτταροσώματα μοιάζουν με πυραμίδα, που συνήθως στέλνουν πληροφορίες από κάποια περιοχή του φλοιού σε κάποια άλλη περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος .

Πυραμιδικό δεμάτιο: Φλοιονωτιαία οδός. Οδός που οδηγεί από τον νεόφλοιο στον νωτιαίο μυελό και χιάζεται στο επίπεδο των πυραμίδων του εγκεφαλικού στέλεχους.

Πυρήνας: Σφαιρική δομή στο σώμα ενός κυττάρου, η οποία περιέχει το DNA και είναι απαραίτητη για την κυτταρική λειτουργία. Επίσης, αναφέρεται σε μια ομάδα κυττάρων που σχηματίζουν σύμπλεγμα, το οποίο μπορεί να αναλογιστεί ιστολογικά και να έχει συγκεκριμένες λειτουργίες που ρυθμίζουν την συμπεριφορά.

Ρ

Ράβδιο: Φωτοϋποδεκτικό κύτταρο που περιέχει ροδοψίνη και εξειδικεύεται να λειτουργεί σε συνθήκες χαμηλού φωτός.

Ραβδωτό σώμα: Είναι η μεγαλύτερη δομή των βασικών γαγγλίων. Διακρίνεται σε ραχιαίο και κοιλιακό ραβδωτό. Το ραχιαίο χαρακτηρίζεται από τον κερκοφόρο και το κέλυφος των βασικών γαγγλίων. Το κοιλιακό χαρακτηρίζεται πρωτίστως από τον επικλινή πυρήνα. Ονομάζεται και νεοραβδωτό. Διαμεσολαβεί σε μια σειρά από παραμέτρους όπως σχεδιασμό κινήσεων, λήψη αποφάσεων, ενίσχυση κ.λπ.

Ραχιαία ρίζα: Διακλάδωση νεύρου, η οποία αποτελείται από ίνες που μεταφέρουν

αισθητηριακές πληροφορίες και εισέρχονται σε κάθε τμήμα του νωτιαίου μυελού.

Ραχιαία στήλη: Κύτταρα στο ραχιαίο τμήμα του νωτιαίου μυελού, τα οποία στον άνθρωπο σε όρθια θέση θεωρείται ότι σχηματίζουν μια στήλη από το κατώτερο προς το ανώτερο σημείο του νωτιαίου μυελού, σε αντίθεση με την κοιλιακή στήλη.

Ραχιαίο ρεύμα: Οδός επεξεργασίας οπτικών πληροφοριών από τον πρωτοταγή οπτικό φλοιό έως τον βρεγματικό λόμβο. Καθοδηγείτις κινήσεις σε σχέση με αντικείμενα του χώρου.

Ραχιαίος έσω θάλαμος: Πυρήνας του θαλάμου από τον οποίο προβάλλουν νευρώνες προς τον προμετοπιαίο φλοιό. Εκφυλίζεται στο σύνδρομο Korsakoff, οδηγώντας σε σοβαρή αμνησία.

Ρινική ημιανοψία: Απώλεια της όρασης από ένα ρινικό οπτικό πεδίο λόγω βλάβης στην πλάγια περιοχή του οπτικού χάσματος.

Ρομβοειδής εγκέφαλος: Οπίσθιο τμήμα του εμβρϋικου εγκεφάλου των θηλαστικών, το οποίο διαιρείται στον μετεγκέφαλο και τον μυελεγκέφαλο. Στα ενήλικα ψάρια, αμφίβια και ερπετά ελέγχει την κίνηση και την ισσοροπία.

Σ

Σεροτονίνη: Αμινεργικός νευροδιαβιβαστής που συμμετέχει στη ρύθμιση της διάθεσης, της επιθετικότητας, της όρεξης, της επαγρύπνησης, της αντίληψης του πόνου και της αναπνοής.

Σημασιολογική μνήμη: Μνήμη για γενικές γνώσεις , οι οποίες αποθηκεύονται ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τόπο που αποκτήθηκαν.

Σκληρή μήνιγγα: Σκληρό ανθεκτικό κάλυμμα που περιβάλλει τον εγκέφαλο με την μορφή χαλαρού θύλακα.

Σκληρός χιτώνας: Η σκληρή λευκή εξωτερική επικάλυψη του οφθαλμού.

Στεροειδής ορμόνη: Λιποδιαλυτό μυνηματοφόρο μόριο που συντίθεται από την

χοληστερόλη. Στις στεροειδείς ορμόνες του φύλου υπάγονται τα ανδρογόνα, τα οιστρογόνα και οι προγεστίνες.

Στήλη: Υποθετική μονάδα οργάνωσης του φλοιού. Πιστεύεται ότι αντιπροσωπεύει κάθετα οργανωμένα δίκτυα συνδέσεων στον φλοιό, τα οποία αποτελούν μια μεμονωμένη λειτουργική μονάδα. Μερικές φορές χρησιμοποιείται συνώνυμα με τον όρο δομική μονάδα.

Συμπαθητικά νεύρα: Διεγερτικά νεύρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος, που

επιτρέπουν στο σώμα «να πολεμήσει ή να φύγει» ή να επιδοθεί σε έντονη δραστηριότητα.

Συναίσθημα: Γνωστική ερμηνεία υποκειμενικών αισθημάτων.

Συναισθηματική μνήμη: Μνήμη των συναισθηματικών ιδιοτήτων ερεθισμάτων ή

γεγονότων, η οποία προκαλεί εγρήγορση, είναι έντονη και ανακαλείται παρουσία σχετικών ερεθισμάτων.

Συναισθησία: Αισθητηριακή ανάμειξη. Ικανότητα αντίληψης ενός ερεθίσματος που

απευθύνεται σε μια αίσθηση, ως κάποια άλλη αίσθηση. Κυριολεκτικά σημαίνει

«αισθάνομαι μαζί».

Συναπτική σχισμή: Διάκενο που ξεχωρίζει την προσυναπτική από την μετασυναπτική μεμβράνη.

Συναπτικό κυστίδιο: Οργανίδιο που αποτελείται από μία μεμβρανώδη μορφή, η οποία εμπεριέχει μια καθορισμένη ποσότητα νευροδιαβιβαστή που ονομάζεται κβάντο νευροδιαβιβαστή.

Σύναψη: Σημείο συνένωσης που σχηματίζει την περιοχή μεταφοράς πληροφοριών ανάμεσα σε μια τελική απόληξη και ένα άλλο κύτταρο.

Σύνδεσμος: Δεσμίδα ινών που συνδέουν ανάλογες περιοχές στα δύο ημισφαίρια του

κεντρικού νευρικού συστήματος.

Σύνδρομο αποσύνδεσης: Συμπεριφορικό σύστημα που προκύπτει από την αποσύνδεση δύο ή περισσότερων περιοχών του εγκεφάλου και όχι από βλάβη σε μια συγκεκριμένη περιοχή.

Σύνδρομο Balint: Αγνωσιακό σύνδρομο που οφείλεται σε εκτεταμένες αμφίπλευρες

βρεγματικές βλάβες και χαρακτηρίζεται από τρία ελλείματα: (1) διαταραγμένη προσήλωση των ματιών με αδυναμία εκούσιας εστίασης του βλέμματος στο περιφερικό οπτικό πεδίο, (2) οπτική αταξία, και (3) διαταραχή της οπτικής προσοχής με αποτέλεσμα να παραμελείτε το περιφερικό οπτικό πεδίο.

Συνειρμικές κυτταρικές στοιβάδες: Οι στοιβάδες II και III του εγκεφαλικού κλοιού.

Συνειρμική αγνωσία: Αδυναμία αναγνώρισης ή ταυτοποίησης αντικειμένων, ενώ γίνονται αντιληπτά.

Συνειρμική μάθηση: Μορφή μάθησης κατά την οποία δύο ή περισσότερα άσχετα

ερεθίσματα συσχετίζονται μεταξύ τους, έτσι ώστε καθένα από αυτά να προκαλεί την ίδια συμπεριφορά.

Συνειρμική περιοχή: Φλοιική περιοχή που δέχεται προβολές από δευτεροταγείς περιοχές ή στέλνει προβολές σε αυτές. Περιλαμβάνει όλο τον φλοιό που δεν ειδικεύεται σε αισθητηριακές ή κινητικές λειτουργίες και συμμετέχει σε πολύπλοκες λειτουργίες , όπως η γλώσσα, ο σχεδιασμός κινήσεων, η μνήμη και η προσοχή .

Σύνθετη μερική επιληπτική κρίση: Εστιασμένη κρίση που συνηθέστερα προέρχεται από τον κροταφικό λοβό. Χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, αυτοματοποιημένες συμπεριφορές και κινητικά συμπτώματα. Μερικές φορές αναφέρεται και ως κρίση του κροταφικού λοβού.

Συσκευή Golgi: Σύμπλεγμα παράλληλων μεμβρανικών δομών στο κυτταρόπλασμα ενός κυττάρου, που παραλαμβάνει τα προϊόντα ενός εκκριτικού κυττάρου, τα τροποποιεί και τα διανέμει στις κυτταρικές υποπεριοχές που θα δράσουν.

Συστήματα ενεργοποίησης: Νευρωνικά συστήματα που συντονίζουν την λειτουργία του εγκεφάλου με την βοήθεια ενός και μόνο νευροδιαβιβαστή. Τα κυτταρικά σώματα εντοπίζονται σε έναν πυρήνα του εγκεφαλικού στελέχους και οι νευράξονές τους κατανέμονται σε μια ευρεία περιοχή του εγκεφάλου.

Σφαιρικό κυστίδιο: Ένας από τους δύο αιθουσαίους υποδοχείς του μέσου ωτός, ο οποίος ενεργοποιείται όταν ο προσανατολισμός της κεφαλής είναι φυσιολογικός. Διατηρεί την κεφαλή και το σώμα σε όρθια θέση.

Σφύρα: Οστάριο στο μέσο ους.

Σχετικά ανερέθιστη περίοδος: Η πιο ύστερη φάση ενός δυναμικού ενέργειας κατά την οποία απαιτείται αυξημένη ηλεκτρική ενέργεια για να παραχθεί ένα άλλο δυναμικό ενέργειας. Κατά την φάση αυτή, οι δίαυλοι καλίου είναι ακόμα ανοιχτοί.

Σχιζοφρένεια: Διαταραχή της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένο λόγο, αμβλύ συναίσθημα ,διέγερση ή ακινησία και συνοδά σχετικά συμπτώματα.

Σχισμή: Βαθιά αύλακα που παράγεται από αναδιπλώσεις του νεόφλοιου και σε βάθος που εκτείνεται σε όλο το πάχος του εγκεφαλικού φλοιού.

Σχισμή του Sylvius: Πλάγια σχισμή.

Σωληνίσκοι: Διάφορα λεπτά είδη λεπτών ραβδοειδών συστατικού του κυττάρου, που του παρέχουν δομική στήριξη, βοηθούν στις κινήσεις του και αποτελούν μεταφορικό δίκτυο εντός του κυττάρου.

Σωματικό νευρικό σύστημα: Νευρικές ίνες που έχουν εκτεταμένες συνδέσεις σε

αισθητηριακούς υποδοχείς στην επιφάνεια του σώματος και με μυς και μεταφέρουν

πληροφορίες στο ΚΝΣ. Υποδιαίρεση του περιφερικού νευρικού συστήματος.

Σωματοαγνωσία: Απώλεια της αντίληψης ή της αισθητηριακής επίγνωσης που έχει κάποιος για το σώμα του και την σωματική του κατάσταση. Μπορεί να αφορά και την μία ή και τις δύο πλευρές του σώματος. Συνήθως οφείλεται σε βλάβη στον δεξιό βρεγματικό λοβό.

Σωματοαισθητική ζώνη: Οποιαδήποτε περιοχή του εγκεφάλου για την ανάλυση

αισθημάτων λεπτής αφής και πίεσης και πιθανώς πόνου και θερμοκρασίας.

Σωματοαισθητικό σύστημα: Νευρικό σύστημα που αναφέρεται στην αφή, στην

κιναισθησία, στον πόνο και στην ιδιοδεκτικότητα.

Σωματοαισθητικός νευρώνας: Νευρώνας που προβάλλει από τους αισθητηριακούς

υποδοχείς του σώματος στον νωτιαίο μυελό. Ο δενδρίτης και ο νευράξονας συνδέονται, με αποτέλεσμα η μεταφορά της πληροφορίας να επιταχύνεται, καθώς τα σχετικά μηνύματα δεν χρειάζεται να περάσουν μέσα από το κυτταρικό σώμα.

Σωματοαισθητικός ουδός: Ουδός για την ανίχνευση απτικών ερεθισμάτων.

Τ

Ταινιωτός φλοιός: Ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός στον ινιακό λοβό. Όταν σημανθεί με χρωστική ουσία παρουσιάζει μία ταινιωτή εμφάνιση.

Τασεοευαίσθητος δίαυλος: Μικρό πέρασμα στην μεμβράνη ενός νευρώνα, που ανοίγει και κλείνει ανάλογα με τις αλλαγές στην τάση εκατέρωθεν της μεμβράνης.

Τασεοευαίσθητος δίαυλος νατρίου: Τασεοευαίσθητος δίαυλος επιτρέπει τη διέλευση ιόντων νατρίου.

Τάση: Η ισχύς ενός φορτισμένου ηλεκτρικού ρεύματος.

Τελικά δενδρύλια: Λεπτές τελικές διακλαδώσεις ενός νευράξονα.

Τελική απόληξη: Το τελικό τμήμα ενός νευράξονα. Μεταφέρει πληροφορίες σε άλλους νευρώνες. Ονομάζεται και τελικό κομβίο.

Τελική εκφύλιση: Εκφύλιση των τελικών απολήξεων των νευρώνων. Μπορεί να ανιχνευτεί με ειδικές χρώσεις του ιστού.

Τελικός εγκέφαλος: Το τμήμα του εγκεφάλου που εμφανίστηκε στην πορεία της εξέλιξης τελευταίο. Περιλαμβάνει τον φλοιό των κεντρικών ημισφαιρίων, τα βασικά γάγγλια και το μεταιχμιακό σύστημα.

Τεστοστερόνη: Ορμόνη του φύλου που εκκρίνεται από τους όρχεις και ευθύνεται για τα πρωτογενή χαρακτηριστικά του αρσενικού φύλου.

Τεταρτοκυκλική ημιανοψία: Ελλειματική όραση ή τύφλωση στο ένα τεταρτημόριο του οπτικού βοθρίου.

Τετράδυμο πέταλο: Η οροφή του μέσου εγκεφάλου που βρίσκεται πάνω από τον

εγκεφαλικό υδραγωγό. Αποτελείται από τα άνω και τα κάτω διδύμια, τα οποία

διαμεσολαβούν για αντιδράσεις ολόκληρου του σώματος σε οπτικά και ακουστικά

ερεθίσματα, αντίστοιχα, και την παραγωγή κινήσεων και προσανατολισμού.

Τετραδυμοπροσκεφαλιαία οδός: Προβολές από τα άνω διδύμια προς το προσκέφαλο και ακολούθως σε οπτικές περιοχές του βρεγματικού και το κροταφικού λοβού. Συμβάλλει στον εντοπισμό οπτικών ερεθισμάτων.

Τετραπληγία: Παράλυση των άνω και των κάτω άκρων λόγω βλάβης ή διατομής στον νωτιαίο μυελό.

Τοξίνη αλλαντίασης: Δηλητηριώδης βακτηριακή ουσία που εμποδίζει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης από την σύναψη. Χρησιμοποιείται κλινικά για την αναστολή ανεπιθύμητης μυικής δραστηριότητας.

Τοξοειδής δεσμίδα: Μακρά δεσμίδα ινών που συνδέει τις περιοχές Wernicke και Broca.

Τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό: Αντικαταθλιπτικό πρώτης γενιάς με χημική δομή που διαθέτει τρεις δακτυλίους και αποκλείει τον μεταφορέα επανπρόσληψης σεροτονίνης και τον αντίστοιχο της νορεπινεφρίνης.

Τριτοταγείς περιοχές: Περιοχές του φλοιού που δέχονται προβολές από δευτεροταγείς περιοχές ή στέλνουν προβολές σε αυτές. Περιλαμβάνουν όλο τον φλοιό που δεν εξειδικεύεται σε αισθητηριακές ή κινητικές λειτουργίες και διαμεσολαβούν για πολύπλοκες λειτουργίες όπως η γλώσσα, ο σχεδιασμός κινήσεων, η μνήμη και η προσοχή.

Τριφωσφορική αδενοσίνη: Μόριο σημαντικό για τις ενεργειακές και τις μεταβολικές ανάγκες των κυττάρων. Η μετατροπή ΑΤΡ σε ADP απελευθερώνει ενέργεια. Η ΑΤΡ μπορεί επίσης να μετατραπεί σε κυκλικό ΑΜΡ, το οποίο χρησιμεύει ως ενδιάμεσος αγγελιοφόρος για την παραγωγή μετασυναπτικών δυναμικών από κάποιους νευροδιαβιβαστές και για την δράση κάποιων πολυπεπτιδικών ορμονών.

Τριχωτά κύτταρα: Ακουστικοί υποδοχείς στον κοχλία.

Τυφλή στόχευση: Η ικανότητα που έχουν ασθενείς με βλάβες στα οπτικά πεδία να

αναγνωρίζουν, σε ποσοστά που ξεπερνούν τις τυχαίες επιλογές, οπτικά ερεθίσματα τα

οποία δεν γίνονται συνειδητά αντιληπτά. Ονομάζεται και φλοιική τύφλωση.

Υ

Υπαραχνοειδής χώρος: Ο χώρος ανάμεσα στην αραχνοειδή και τη χοριοειδή μήνιγγα.

Υπερπόλωση: Διεργασία μέσω της οποίας μια νευρική μεμβράνη γίνεται πιο ανθεκτική στη διέλευση ιόντων νατρίου και συνεπώς είναι πιο δύσκολο να διεγερθεί με τον κατάλληλο ερεθισμό. Κατά την υπερπόλωση, το ηλεκτρικό φορτίο στο εσωτερικό της μεμβράνης γίνεται πιο αρνητικό σε σχέση με το εξωτερικό.

Υποδεκτικό πεδίο: Περιοχή από την οποία ένα ερέθισμα μπορεί να ενεργοποιήσει έναν αισθητηριακό υποδοχέα.

Υποδοχέας: Πρωτείνη ή γλυκοπρωτεϊνη στην κυτταρική μεμβράνη με την οποία

προσδένεται ένα άλλο μόριο.

Υποδοχέας βραδείας προσαρμογής: Αισθητηριακός υποδοχέας του σώματος που

αποκρίνεται για όσο διάστημα ένα ερέθισμα βρίσκεται στο σώμα.

Υποδοχέας ταχείας προσαρμογής: Αισθητηριακός υποδοχέας του σώματος, που

αποκρίνεται για μικρό χρονικό διάστημα στην έναρξη ενός ερεθίσματος στο σώμα.

Υποδοχέας D2: Υποδοχέας για τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη. Θέση πρόσδεσης μειζόνων ηρεμιστικών φαρμάκων.

Υποδοχέας GABAa: Υποδοχέας του γ- αμινοβουτυρικού οξέος, στον οποίο δρουν τα

κατασταλτικά υπνωτικά και τα αγχολυτικά φάρμακα.

Υποθάλαμος: Σύμπλεγμα πυρήνων κάτω από τον θάλαμο στον διεγκέφαλο. Ελέγχει

συμπεριφορές όπως η κίνηση, η λήψη τροφής, η σεξουαλική δραστηριότητα, ο ύπνος, η έκφραση συναισθημάτων, η ρύθμιση της θερμοκρασίας και η ρύθμιση των ενδοκρίνων αδένων.

Υπόθεση εξάρτησης: Υπόθεση για τον εθισμό από ουσίες, σύμφωνα με την οποία

συνεχίζεται η χρήση μιας ουσίας για να αποφευχθούν τα συμπτώματα στέρησης.

Υπόθεση παράλληλης ανάπτυξης: Άποψη σύμφωνα με την οποία και τα δύο ημισφαίρια, λόγω της ανατομίας τους, κατέχουν εξειδικευμένους ρόλους: το ένα για την γλώσσα και το άλλο για τον χώρο.

Υπόφυση: Λειτουργικές συναθροίσεις κυττάρων στη βάση του υποθαλάμου, κάποια εκ των οποίων είναι νευρικά κύτταρα και κάποια άλλα έχουν ενδοκρινική λειτουργία.

Φ

Φαιά ουσία: Οποιαδήποτε περιοχή του εγκεφάλου η οποία αποτελείται κατά κύριο λόγο από κυτταρικά σώματα νευρικών κυττάρων και τριχοειδή αγγεία.

Φάρμακο: Οποιαδήποτε ουσία με θεραπευτική δράση.

Φλοιονωτιαία δεμάτια: Κατιούσες οδοί από τον νεόφλοιο, που ξεκινούν από την στιβάδα V του φλοιού και καταλήγουν στον νωτιαίο μυελό. Ονομάζονται και πυραμιδικά δεμάτια.

Φλοιοπρομημική οδός: Κατιούσες οδοί από τον νεόφλοιο προς το κατώτερο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους, που ενευρώνουν κινητικούς νευρώνες κινητικούς νευρώνες του προσώπου.

Φλοιός: Η εξωτερική επιφάνεια του εγκεφάλου που διαθέτει έξι στιβάδες. Σε αυτό το

βιβλίο χρησιμοποιείται συνώνυμα με τον νεόφλοιο.

Φλοιός της πρόσθιας έλικας του προσαγωγίου: Έσω περιοχή του φλοιού η οποία περιέχει τους νευρώνες του von Economo που σχηματίζουν εκτεταμένες αμφίδρομες συνδέσεις με τον κινητικό, τον προκινητικό και τον προμετωπιαίο φλοιό αλλά και τη νήσο.

Φλοιός του προσαγωγίου: Μία λωρίδα μεταιχμιακού φλοιού με τρεις ή τέσσερεις στιβάδες ακριβώς πάνω από το μεσολόβιο στο εσωτερικό των εγκεφαλικών ημισφαιρίων.

Φρενολογία: Ευρέως αμφισβητούμενη μελέτη της σχέσης ανάμεσα στις νοητικές

ικανότητες και τα χαρακτηριστικά της επιφάνειας του κρανίου.

Φυσοστιγμίνη: Φάρμακο, τοξικό σε μεγάλες δόσεις, που δρα ως αγωνιστής της

ακετυλοχολίνης αναστέλλοντας την ακετυλοχολινεστέραση, το ένζυμο που αποδομεί την ακετυλοχολίνη.

Χ

Χάρτης του Brodmann: Χάρτης του εγκεφαλικού φλοιού που σχεδιάστηκε από τον

Korbinian Brodmann γύρω στο 1905. Βασίζεται στην κυτταροαρχιτεκτονική δομή και οι ανατομικές περιοχές έχουν αντιστοιχηθεί σε έναν αριθμό. Αντιστοιχεί σε σημαντικό βαθμό σε λειτουργικές περιοχές , όπως έχουν αναγνωριστεί μέσα από μελέτες πρόκλησης βλαβών και μελέτες καταγραφών.

Χασματοσύνδεση: Σύντηξη της προσυναπτικής και της μετασυναπτικής κυτταρικής

μεμβράνης, στην οποία σχηματίζονται κανάλια από τους ιοντικούς διαύλους που

συνδέονται στο σημείο αυτό. Το κάθε κανάλι επιτρέπει σε ιόντα να μεταφερθούν

απευθείας από τον ένα νευρώνα στον επόμενο . Ονομάζεται και ηλεκτρική σύναψη.

Χημική σύναψη : Σύναψη στην οποία απελευθερώνονται μόρια νευροδιαβιβαστή μετά από ερεθισμό που προέρχεται από δυναμικό ενέργειας.

Χιασμός: Η διασταύρωση οδών από το ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου στο άλλο.

Χολινεργικός νευρώνας: Νευρώνας που χρησιμοποιεί ακετυλοχολίνη ως τον κύριο

νευροδιαβιβαστή. Ο όρος χολινεργικός ισχύει για κάθε νευρώνα που χρησιμοποιεί την Ach ως κύριο νευροδιαβιβαστή.

Χοριοειδές πλέγμα: Ιστός που επενδύει τις εγκεφαλικές κοιλίες και παράγει

εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Χοριοειδής μήνιγγα: Σχετικά σκληρός συνδετικός ιστός που προσκολλάται στην επιφάνεια του εγκεφάλου.

Χρονική μνήμη: Μνήμη για τη χρονική σειρά των γεγονότων. Ονομάζεται και μνήμη

εργασίας , βραχύχρονη μνήμη, μνήμη για τα πρόσφατα συμβάντα.

Χρωματική αγνωσία: Αδυναμία συσχέτισης συγκεκριμένων χρωμάτων με αντικείμενα ή αντικειμένων με χρώματα.

Χρωματική αμνησία: Αδυναμία συγκράτησης στη μνήμη του χρώματος συνηθισμένων αντικειμένων.

Χρωμόσωμα: Δομή στον πυρήνα των κυττάρων που αποτελείται από γενετικό υλικό και πρωτεϊνες. Το γενετικό υλικό περιέχει τα γονίδια που καθορίζουν τα γνωρίσματα και τη λειτουργία κάθε οργανισμού.

Ψ

Ψευδαίσθηση: Αντίληψη για την οποία δεν υπάρχει κατάλληλο εξωτερικό ερέθισμα.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα ορισμένων ψυχωσικών διαταραχών.

Ψευτοκατάθλιψη: Μεταβολή στην προσωπικότητα μετά από βλάβη των μετοπιαίων λοβών, κατά την οποία είναι έκδηλα κάποια συμπτώματα όπως απάθεια, αδιαφορία και αβουλησία, αλλά ο ασθενής δεν βιώνει αισθήματα απόρριψης και δεν νιώθει

αποθαρρυμένος.

Ψυχοδραστική ουσία: Ουσία που μεταβάλλει την διάθεση, τη σκέψη ή τη συμπεριφορά. Χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση νευροψυχολογικών διαταραχών αλλά μπορεί να γίνει και αντικείμενο κατάχρησης.

Ψυχοκινητική διέγερση: Αυξημένη συμπεριφορική και γνωστική δραστηριότητα. Όταν η κατανάλωση μιας ουσίας φτάσει σε συγκεκριμένα επίπεδα, ο χρήστης νιώθει αυξημένη ενέργεια και ότι έχει τον έλεγχο.

Ψύχωση: Μείζων διανοητική διαταραχή οργανικής ή συναισθηματικής αιτιολογίας , κατά την οποία η ικανότητα κάποιου να σκέφτεται, να εκδηλώνει συναίσθημα, να θυμάται, να επικοινωνεί, να ερμηνεύει την πραγματικότητα και να συμπεριφέρεται κατάλληλα διαταράσσεται τόσο σημαντικά ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής. Αναφέρεται σε καταστάσεις με μεγάλο εύρος στη σοβαρότητα και την διάρκεια - για παράδειγμα, σχιζοφρένεια και κατάθλιψη.

Ω

Ωοειδής θυρίδα: Άνοιγμα στο έσω ους που καλύπτεται από μεμβράνη, μέσω της οποίας τα οστάρια μεταφέρουν και ενισχύουν δονήσεις προς τον κοχλία, οι οποίες στη συνέχεια ερεθίζουν τον βασικό υμένα.

Ωτολιθικά όργανα: Δομές του έσω ωτός που παρέχουν αιθουσαίες πληροφορίες.


[1] [Σ.τ.Ε.]: Αντίθετα στην κλιση συγκέντρωσής τους και με δαπάνη ενέργειας.

[2] [Σ.τ.Ε]: Δεν ταυτίζονται. Δυνητικά μπορούν να ταυτιστούν υπό την προϋπόθεση πως το διαβαθμιζόμενο δυναμικό αναφέρεται σε δυναμικό αισθητηρίου υποδεκτικού κυττάρου. Επομένως, τα γενεσιουργά δυναμικά είναι μια μορφή διαβαθμιζόμενων δυναμικών.

[3][Σ.τ.Ε]: Η πλειονότητα των ερευνητών συμφωνεί σε διαφορετική οριοθέτηση του εγκεφαλικού στελέχους που περιλαμβάνει τον μέσο εγκέφαλο, τη γέφυρα και τον προμήκη μυελό.

[4][Σ.τ.Ε]: Η εξάρτηση από ουσίες είναι μια κατάσταση εθισμού αλλά δεν πειρορίζεται μόνο σε αυτό ο συγκεκριμένος όρος. Μπορεί να υπάρχει εθισμός και σε άλλες συμπεριφορές που δεν σχετίζονται με αναζήτηση ουσιών.