Πρότυπα Πανεπιστημιακά Φροντιστήρια

Κοινωνική Ψυχολογία

Επιμέλεια Ελεάνα Πανδιά

  • Φιλοκοινωνική συμπεριφορά

Η φιλοκοινωνική συμπεριφορά ως ευρεία κατηγορία αναφέρεται σε ενέργειες που αξιολογούνται θετικά από την κοινωνία. Στην κουλτούρα μας, η παροχή βοήθειας στους άλλους έχει κοινωνική αξία. Επομένως, οι αποκρίσεις παροχής βοήθειας αποτελούν μια μορφή φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς. Ο Wispe (1972) όρισε τη φιλοκοινωνική συμπεριφορά ως συμπεριφορά που έχει θετικές κοινωνικές επιπτώσεις και συμβάλλει στη σωματική ή ψυχολογική ευημερία ενός άλλου ατόμου. Είναι εθελοντική και έχει την πρόθεση να ωφελήσει τους άλλους. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει τον αλτρουισμό, την έλξη, την παρέμβαση του αμέτοχου παρατηρητή (παροχή βοήθειας σε έναν άγνωστα που βρίσκεται σε ανάγκη), τη φιλανθρωπία, τη συνεργασία, τη φιλία, την παροχή βοήθειας, τη διάσωση, τη θυσία, τη δοτικότητα, τη συμπόνια και την εμπιστοσύνη.

Καθοριστικό παράγοντα σε έναν ορισμό αποτελούν οι κοινωνικές νόρμες - θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η επιθετικότητα είναι αντικοινωνική, αλλά αν της προσδιδόταν αξία μέσα σε ένα συγκεκριμένο (κοινωνικό) πλαίσιο (π.χ. όταν πολεμάει κανείς έναν εχθρό), θα μπορούσε στην πραγματικότητα να είναι φιλοκοινωνική.

- Η συμπεριφορά βοήθειας είναι κοινώς μια υποκατηγορία της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς, Αποτελεί εκούσια ενέργεια πού ωφελεί ένα άλλο ανθρώπινο ον ή μια ομάδα.

- Ο αλτρουισμός είναι μια υποκατηγορία της συμπεριφοράς βοήθειας, και αναφέρεται σε μια ενέργεια που έχει κίνητρο την επιθυμία να ωφελήσει κανείς κάποιον, πέραν του εαυτό του.

Η φιλοκοινωνική συμπεριφορά είναι δύσκολο να ερμηνευθεί χρησιμοποιώντας τις παραδοσιακές θεωρίες ανθρώπινης συμπεριφοράς. Οι περισσότεροι ψυχολόγοι, και οι φιλόσοφοι πριν από αυτούς, θεωρούν την ανθρώπινη συμπεριφορά ως εγωιστική, 'Όλα όσα κάνουμε τελικά γίνονται για να ωφελήσουμε τους εαυτούς μας - το ατομικό συμφέρον πάνω απ' όλα. Το ερώτημα γιατί οι άνθρωποι βοηθούν τους άλλους είναι προφανώς πολύ σημαντικό.

  • Επιθετικότητα

Η κοινωνική ψυχολογία βρίθει ορισμών της επιθετικότητας.

  • Συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα προσωπικές βλάβες ή καταστροφή περιουσίας (Bandura,1973).
  • Συμπεριφορά που έχει ως πρόθεση την πρόκληση βλάβης σε ένα άλλο ανθρώπινο ον (Scherer, Abeles& Fischer,1975).
  • Συμπεριφορά που έχει ως στόχο να κάνει κακό ή να προκαλέσει βλάβη σε ένα άλλο έμβιο ον το οποίο έχει κίνητρο να αποφύγει μια τέτοια μεταχείριση (Baron,1977).
  • Η εκούσια πρόκληση κάποιον είδους βλάβης στους άλλους (Βaron&Βyrne, 2000).
  • Συμπεριφορά που απευθύνεται σε ένα άλλο άτομο και διενεργείται με την άμεση πρόθεση να προκαλέσει βλάβη (Anderson&Ηuesmann, 2003).

Οι ερμηνείες της επιθετικότητας εντάσσονται σε δύο ευρείες κατηγορίες, τη βιολογική και την κοινωνική, αν και ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι απόλυτος. Μια διαμάχη αναφορικά με το ποια από τις δύο αποτελεί το κρίσιμο συστατικό στοιχείο είναι ένα παράδειγμα της διαμάχης φύσης-ανατροφής.H ανθρώπινη δράση καθορίζεται από τη βιολογική κληρονομιά μας ή από το κοινωνικό μας περιβάλλον;

Γενικά, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι δεν είναι υπέρ των θεωριών επιθετικότητας που την ορίζουν με βάση το ένστικτο, αν και παρατηρούμε ότι η σύγχρονη εξελικτική ψυχολογία έχει εγείρει ανανεωμένο ενδιαφέρον για μια βιολογική ερμηνεία. Παρ' όλα αυτά, κάποιες από τις αμιγώς κοινωνιολογικές θεωρίες ενσωματώνουν κάποιο βιολογικό στοιχείο και αναφερόμαστε σε αυτές ως βιοκοινωνικές θεωρίες. Οι δυο που περιγράφονται συνοπτικά παρακάτω υποστηρίζουν ότι μια ορμή (ή κατάσταση διέγερσης) αποτελεί προϋπόθεση για την εμφάνιση επιθετικότητας, αν και διαφέρουν ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες θεωρείται ότι αλληλεπιδρούν για να προκαλέσουν επιθετικές αντιδράσεις.

  • Κοινωνική επιρροή

Η κοινωνική ζωή χαρακτηρίζεται από διαφωνίες, συγκρούσεις και διενέξεις μέσω των οποίων άτομα ή ομάδες προσπαθούν να αλλάξουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των άλλων με τη χρήση πειθούς, επιχειρημάτων, παραδειγμάτων, διαταγών, προπαγάνδας ή καταναγκασμού. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν συναίσθηση τυχόν προσπαθειών άσκησης επιρροής πάνω τους και να διαμορφώνουν εντυπώσεις ως προς το πόσο επηρεάζονται τόσο οι ίδιοι όσο και άλλοι άνθρωποι από διαφορετικά είδη επιρροής.

Η κοινωνική ζωή χαρακτηρίζεται επίσης από νόρμες: δηλαδή, από ομοιομορφίες μεταξύ ατόμων αναφορικά με στάσεις και συμπεριφορές, ή αλλιώς αυτό που ο Turner έχει αποκαλέσει «κανονιστικές κοινωνικές ομοιότητες και διαφορές μεταξύ ανθρώπων» (1991). Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες θεματικές ενότητες στην κοινωνική επιρροή, ίσως ακόμα και στην κοινωνική ψυχολογία, αφορά το πώς οι άνθρωποι κατασκευάζουν τις νόρμες, πώς συμμορφώνονται με αυτές ή περιορίζονται από αυτές και πώς αυτές οι νόρμες μεταβάλλονται.

Κάποιες μορφές κοινωνικής επιρροής γεννούν δημόσια ενδοτικότητα - μια έξωθεν μεταβολή στη συμπεριφορά και στις εκφραζόμενες στάσεις, συχνά ως συνέπεια πειθούς ή καταναγκασμού. Καθώς η ενδοτικότητα δεν αντικατοπτρίζει εσωτερική μεταβολή, συνήθως συνεχίζει να εμφανίζεται μόνο όσο η συμπεριφορά τον ατόμου είναι υπό παρατήρηση. Σε αντίθεση με την ενδοτικότητα, άλλες μορφές κοινωνικής επιρροής προκαλούν κατ' ιδίαν (private) αποδοχή και εσωτερίκευση. Υπάρχει η υποκειμενική αποδοχή και η μεταστροφή (Mοscovici, 1976), η οποία αποτελεί πραγματική εσωτερική αλλαγή στον συνεχίζει να υφίσταται εν απουσία επιτήρησης. Η συμμόρφωση δεν βασίζεται στην ισχύ αλλά πιο πολύ στην υποκειμενική εγκυρότητα των κοινωνικών νορμών: δηλαδή, σε μια αίσθηση σιγουριάς και βεβαιότητας ότι οι πεποιθήσεις και οι πράξεις που υπαγορεύονται από την εκάστοτε νόρμα είναι σωστές, κατάλληλες, έγκυρες και κοινωνικά επιθυμητές. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η νόρμα ανάγεται σε εσωτερικευμένα πρότυπα συμπεριφοράς, και επομένως η επιτήρηση καθίσταται περιττή. Ο γενικός διαχωρισμός μεταξύ της καταναγκαστικής ενδοτικότητας και της επιρροής μέσω πειθούς άπτεται ενός θέματος που κάνει επανειλημμένα την εμφάνισή του με διαφορετικές μορφές στις έρευνες κοινωνικής επιρροής. Ο διαχωρισμός ανταποκρίνεται σε μια γενική άποψη στην κοινωνική ψυχολογία ότι δυο εντελώς ξεχωριστές διαδικασίες ευθύνονται για τα φαινόμενα κοινωνικής επιρροής.

  • Πειθώ και αλλαγή στάσεων

Οι στάσεις είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι τοποθετούνται απέναντι στο περιβάλλον τους, έννοια που περιλαμβάνει τόσο την κατανόηση και την αξιολόγησή του όσο και τη δράση ως προς αυτό.

Ακολουθώντας την κλασική ανάλυση του Moscovici μπορούμε γενικά να διακρίνουμε τις ακόλουθες τρεις λειτουργίες των στάσεων:

  • Γνωστική λειτουργία
  • Ενεργειακή
  • Ρυθμιστική

Εάν δεχτούμε ότι η κοινωνική επιρροή ασχολείται με τη διαμόρφωση και τον προσδιορισμό των πράξεων, των αντιλήψεων και γενικότερα της νοοτροπίας των ατόμων και των ομάδων στην επαφή τους με το κοινωνικό τους περιβάλλον δηλαδή μέσω της αλληλεπίδρασης τότε και η αλλαγή των στάσεων αποτελεί κεφάλαιό της. Ωστόσο οι διαφορές μεταξύ κοινωνικής επιρροής και πειθούς όσο και αν οφείλονται περισσότερο σε θεωρητικές αντιθέσεις, παραμένουν σημαντικές.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της κλασικής επικοινωνιακής αλυσίδας (πηγή, μήνυμα, δέκτης), στην αλλαγή των στάσεων υπεισέρχονται:

  • Παράγοντες που σχετίζονται με την πηγή (αξιοπιστία, ελκυστικότητα)
  • Παράγοντες που σχετίζονται με το μήνυμα (δομή, περιεχόμενο, κ.λπ )
  • Παράγοντες που σχετίζονται με το δίαυλο
  • Παράγοντες που σχετίζονται με το δέκτη (προσωπικότητα, φύλο, κ.λπ)
  • Παράγοντες που σχετίζονται με τον προορισμό, δηλαδή τον ακριβή σκοπό και στόχο της επικοινωνίας (βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη αλλαγή, αλλαγή στην έκφραση γνώμης ή στο επίπεδο της συμπεριφοράς κ.ά)

Χαρακτηριστικά της πηγής

  • Γνωστό πρόσωπο
  • Πρόσωπο με προεξάρχουσα θέση στην κοινωνική ιεραρχία
  • Ομάδες με συγκεκριμένη ετικέτα

Τρεις μεγάλες κατηγορίες χαρακτηριστικών της πηγής υπεισέρχονται στην αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας: αξιοπιστία, ελκυστικότητα, εξουσία.

Ο Αριστοτέλης διέκρινε τρεις θεμελιώδεις διεργασίες στις οποίες μπορεί να βασιστεί η πειθώ: ήθος, πάθος, λόγος. Ήθος (αυθεντία και κύρος του παραγωγού λόγου), πάθος (οι αποδείξεις βασίζονται στα συναισθήματα και στις συγκινησιακές καταστάσεις που μπορεί να προκληθούν στον ακροατή). Στο λόγο εμπίπτουν τα (λογικά ή λογικοφανή) επιχειρήματα η παράθεση των οποίων πρέπει να οδηγήσει τον ακροατή στο συμπέρασμα.

Το μήνυμα - Μορφή και οργάνωση

Μονόπλευρη ή αμφίπλευρη επιχειρηματολογία

  • Η αποτελεσματικότητα ενός μηνύματος είναι συνολικά η ίδια, ανεξάρτητα από το αν είναι μονόπλευρο ή αμφίπλευρο.
  • Το αμφίπλευρο μήνυμα είναι πιο αποτελεσματικό στα αρνητικώς διακείμενα υποκείμενα. Το μονόπλευρο μήνυμα πιο αποτελεσματικό στα θετικώς διακείμενα υποκείμενα.
  • Το αμφίπλευρο μήνυμα είναι πιο αποτελεσματικό στα υποκείμενα με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, ενώ το μονόπλευρο στα υποκείμενα με χαμηλότερο.

Περιεχόμενο του μηνύματος

Ο φόβος

Η διέγερση του φόβου αποτελεί κινητήρια δύναμη ανεύρεσης κάποιου τρόπου αποφυγής του κινδύνου που αναφέρει το μήνυμα.

Ταυτόχρονα όμως αυτός ο φόβος αποτελεί ένα δυσάρεστο εσωτερικό ερέθισμα το οποίο μπορεί κάλλιστα να πάψει να υφίσταται με άλλους τρόπους: μερική ή ολική αποφυγή ή παραμόρφωση των εξωτερικών ερεθισμάτων που το προκάλεσαν.

Η επίκληση του φόβου έχει διαφορετικό αποτέλεσμα, ανάλογα με το αν θέλουμε να δράσουμε:

  • Στο επίπεδο της γνώμης
  • Στο επίπεδο της πρόθεσης για δράση ή ακόμη στο επίπεδο της ίδιας της συμπεριφοράς

Φαίνεται γενικά ότι το υψηλότερο επίπεδο διέγερσης του φόβου είναι προτιμότερο σε προβλήματα λιγότερο σημαντικά για το υποκείμενο, φτάνει να δίνονται συμβουλές ξεκάθαρα διατυπωμένες και απόλυτα προσαρμοσμένες στον κίνδυνο. Είναι επίσης αποτελεσματικό όταν η πηγή είναι αξιόπιστη και όταν τα υποκείμενα είναι λιγότερο αγχώδη και έχουν υψηλότερη αυτοεκτίμηση.

Ο δέκτης

Έχει κάθε άνθρωπος ένα δικό του δείκτη «δεκτικότητας» στην επιρροή δηλαδή επηρεάζεται λιγότερο ή περισσότερο από κάποιον άλλον; Και αν ναι, σε όλες ανεξαιρέτως τις καταστάσεις πειθούς; Η μέτρηση και η επαλήθευση αυτού είναι δύσκολη και αβέβαιη.

  • Κοινωνικές αναπαραστάσεις

Κοινωνικές αναπαραστάσεις θεωρούνται τα νοητικά σχήματα ή εικόνες πού χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να κατανοήσουν τον κόσμο και να επικοινωνήσουν μεταξύ τούς. Έχει υποστηριχθεί ότι αυτή η έννοια παρέχει ένα νέο πλαίσιο κατανόησης της οργάνωσης των στάσεων, των πεποιθήσεων και των αποδόσεων και ότι θα μπορέσει να προσφέρει ένα κριτήριο διάκρισης των μελών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, κριτήριο βασισμένο σε κανόνες.

Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι νοητικές οντότητες. Συγκροτούνται τόσο από αφηρημένα όσο και από συγκεκριμένα στοιχεία (έννοιες και εικόνες αντίστοιχα). Σε κάθε αναπαράσταση, αυτά τα στοιχεία έχουν μια καθορισμένη δομή. Για τις περισσότερες αναπαραστάσεις, τα συγκεκριμένα στοιχεία ή εικόνες είναι και τα πιο σημαντικά• σε αυτές τις περιπτώσεις, η αναπαράσταση χτίζεται γύρω από αυτό που ο Moscovici αποκαλεί «παραστατικό πυρήνα». Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις παρέχουν στους ανθρώπους, στην κυριολεξία, τα μέσα για την κατανόηση και την αποτίμηση του κόσμου τους.

Για τον Moscovici, κάθε σκέψη και κατανόηση βασίζεται στις διεργασίες των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις θεωρείται ότι έχουν σημαντικό κατασκευαστικό αποτέλεσμα. Δεν διαμεσολαβούν απλώς μεταξύ των αντικειμένων και των πεποιθήσεων. Όταν μια ομάδα νοηματοδοτεί τον κόσμο της, τότε ο κόσμος αυτός κατασκευάζεται από αυτές και σύμφωνα με αυτές τις κοινωνικές αναπαραστάσεις. Ο τρόπος που βιώνονται, για παράδειγμα, τα πολιτικά κόμματα υπόκειται στους περιορισμούς των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Εάν ο ηγέτης των Συντηρητικών ενεργήσει μ' έναν συγκεκριμένο τρόπο, το νόημα των ενεργειών του θα κατασκευαστεί από τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που έχουν οι άνθρωποι για το κόμμα και την πολιτική γενικότερα. Ο Moscovici προτείνει, επίσης, ένα μηχανισμό σχετικά με τις μεθόδους αντιμετώπισης νέων και ανοίκειων εμπειριών. Οι οικείες εμπειρίες μπορούν, φυσικά, να αντιμετωπιστούν απλώς μέσω του υπάρχοντος αποθέματος κοινωνικών αναπαραστάσεων του ατόμου. Το ανοίκειο είναι περισσότερο προβληματικό.

Ο Moscovici υποστηρίζει ότι τα νέα ή παράξενα αντικείμενα αντιμετωπίζονται σε δύο στάδια, γνωστά ως «αγκυροβόληση» και «αντικειμενοποίηση». Στο πρώτο στάδιο, αυτό της αγκυροβόλησης, το νέο αντικείμενο αντιστοιχίζεται με μια από τις κατηγορίες σκέψης μιας υπάρχουσας αναπαράστασης, ή με τα στοιχεία αυτής της αναπαράστασης. Αυτή η διεργασία μοιάζει πολύ με τον τρόπο που οι θεωρητικοί των προτύπων βλέπουν την αντιστοίχιση των ερεθισμάτων με κατηγορίες. Το νέο αντικείμενο συνδέεται με χαρακτηριστικές ή παραδειγματικές περιπτώσεις, και αυτό κάνει δυνατή την κατανόηση του ανοίκειου με όρους του πιο οικείου. Στο δεύτερο στάδιο, αυτό της αντικειμενοποίησης, το νέο αντικείμενο μετατρέπεται σε ένα συγκεκριμένο, απεικονισμένο στοιχείο της αναπαράστασης με την οποία αντιστοιχίζεται, και αυτή η νέα εκδοχή της αναπαράστασης διαχέεται κατά τη διάρκεια της συνομιλίας σε όλη την κοινωνική ομάδα. 'Ετσι, αυτό που φάνταζε πρωτόγνωρο και προκαλούσε σύγχυση καθίσταται, για τη συγκεκριμένη ομάδα, μέρος της απτής πραγματικότητάς της.