Πρότυπα Πανεπιστημιακά Φροντιστήρια
Φάρμακα & Συμπεριφορά
Φάρμακα & Συμπεριφορά

Φάρμακα και Συμπεριφορά

Επιμέλεια Σωκράτης Γ. Σκλάβος

Ένα φάρμακο είναι μια χημική ουσία που χορηγείται για να προκαλέσει ορισμένες επιθυμητές μεταβολές στον οργανισμό. Εάν μια ουσία-φάρμακο είναι γνωστό ότι μιμείται τον νευροδιαβιβαστή στην μετασυναπτική επιφάνεια της σύναψης, το φάρμακο θα πρέπει να έχει την ίδια δράση με αυτή του νευροδιαβιβαστή. Σε αυτή την περίπτωση καλείται αγωνιστής ουσία του νευροδιαβιβαστή (δ.2). Αν αναστέλλει τη δράση του νευροδιαβιβαστή, σημαίνει ότι εμποδίζει τη δράση του μετασυναπτικά (μπλοκάροντας τον υποδοχέα του λόγω της υψηλής συγγένειας που έχει με τον νευροδιαβιβαστή) ή προσυναπτικά εμποδίζοντας την απελευθέρωση του από την προσυναπτική απόληξη. Σε αυτήν τη περίπτωση καλείται ανταγωνιστής ουσία του νευροδιαβιβαστή. Μια ιδιαίτερη κατηγορία είναι τα ψυχοδραστικά φάρμακα. Πρόκειται για ουσίες των οποίων η δράση προκαλεί μεταβολές στη διάθεση, σκέψη ή συμπεριφορά. Προορίζονται για νευροψυχολογικές ασθένειες και λειτουργούν επηρεάζοντας τις χημικές αντιδράσεις που λαμβάνουν χώρα στις συνάψεις. Επτά βασικά συμβάντα συμβάλλουν στη συνοπτική νευροδιαβίβαση. Καθένα από αυτά αποτελεί σημείο δράσης του φαρμάκου. Τα φάρμακα που αυξάνουν τη δραστηριότητα του νευροδιαβιβαστή ονομάζονται αγωνιστές, ενώ εκείνα που μειώνουν την αποτελεσματικότητά του ονομάζονται ανταγωνιστές. Με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, οι επιδράσεις πολλών ψυχοδραστικών φαρμάκων μπορεί προοδευτικά να ελαττωθούν, λόγω της αντοχής. Η ευαισθητοποίηση, δηλαδή η αυξημένη ευαισθησία σε ισόποσες δόσεις της ουσίας, είναι πιο πιθανό να αναπτυχθεί με περιστασιακή χρήση. Φάρμακα που δρουν στην χολινεργική σύναψη είναι το δηλητήριο της αράχνης μαύρη χήρα (αγωνιστής), η τοξίνη αλλαντίασης (ανταγωνιστής), η νικοτίνη (αγωνιστής), το κουράριο (ανταγωνιστής), η φυσοστιγμίνη (αγωνιστής), η σουκιμιλχολίνη (αγωνιστής) κλπ. Σε χαμηλή δοσολογία τα αγχολυτικά και τα κατασταλτικά - υπνωτικά μειώνουν το άγχος, σε μέτρια δοσολογία ηρεμούν και σε υψηλή δοσολογία αναισθητοποιούν ή οδηγούν σε κώμα. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να αποβούν θανατηφόρα. Οι υψηλές δοσολογίες των αγχολυτικών δεν είναι τόσο επικίνδυνες όσο των κατασταλτικών - υπνωτικών. Τα πιο γνωστά αγχολυτικά, επίσης γνωστά ως ελάσσονα ηρεμιστικά, είναι οι βενζοδιαζεπίνες, όπως η διαζεπάμη. Οι βενζοδιαζεπίνες συχνά λαμβάνονται από ανθρώπους που δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν μια ιδιαιτέρως στρεσογόνο κατάσταση στη ζωή τους. Χορηγούνται για να βοηθήσουν στην επέλευση του ύπνου και επίσης ως προεγχειρητικά χαλαρωτικά. Οι βενζοδιαζεπίνες δεν έχουν αντιψυχωσική ούτε αναλγητική δράση. Σε μικρές δόσεις είναι αγχολυτικές ουσίες καθώς αναστέλλουν εκλεκτικά νευρωνικά κυκλώματα στο μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου. Σε μεγαλύτερες δράσεις προκαλούν ύπνο (υπνωτική δράση). Ο όρος ψύχωση αναφέρεται σε συμπεριφορικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από ψευδαισθήσεις (εσφαλμένες αισθητηριακές αντιλήψεις) και παραληρητικές ιδέες (εσφαλμένες πεποιθήσεις) μεταξύ μιας σειράς συμπτωμάτων. Οι θεραπευτικές δράσεις των αντιψυχωσικών φαρμάκων δεν έχουν ακόμη πλήρως διαλευκανθεί. Η ντοπαμινεργική υπόθεση της σχιζοφρένειας υποστηρίζει ότι ορισμένες μορφές της ασθένειας ενδέχεται να σχετίζονται με εξαιρετικά αυξημένη ντοπαμινεργική δραστηριότητα. Μια ακόμα επιβεβαίωση αυτής της υπόθεσης αποτελούν τα συμπτώματα που εμφανίζονται σε χρόνιους χρήστες αμφεταμίνης, η οποία δρα ως διεγερτικό, και ομοιάζουν με τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας. Η αμφεταμίνη είναι αγωνιστής της ντοπαμίνης (δ.3). Η μείζων κατάθλιψη είναι μια διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από παρατεταμένα αισθήματα αναξιότητας και ενοχής, διαταραχή των φυσιολογικών διατροφικών συνηθειών, διαταραχές του ύπνου, μια γενική επιβράδυνση στη συμπεριφορά και συχνές σκέψεις αυτοκτονίας. Η μανία χαρακτηρίζεται από την αντίθετη συμπεριφορά, δηλαδή ενθουσιασμό, γρήγορη σκέψη και ομιλία, υπερβολική αυτοπεποίθηση και διαταραχές στην ικανότητα κρίσης. Όλα τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα (αναφέρονται και ως θυμοληπτικά) ενισχύουν άμεσα ή έμμεσα τις δράσεις της ΝΕ, της DA και της SE στο εγκέφαλο. Η θεωρία των βιοαμινών υποστηρίζει ότι η κατάθλιψη οφείλεται στην ανεπάρκεια μονοαμινών όπως η ΝΕ και η SE σε θέσεις κλειδιά του εγκεφάλου. Αντίθετα θεωρείται ότι η μανία προκαλείται από υπερπαραγωγή αυτών των νευροδιαβιβαστών. Τα αντικαταθλιπτικά θεωρείται ότι δρουν βελτιώνοντας τη χημική νευροδιαβίβαση των σεροτονινεργικών, των νοραδρενεργικών, των ισταμινεργικών και των χολινεργικών συνάψεων και ενδεχομένως και των ντοπαμινεργικών συνάψεων. Οι αναστολείς ΜΑΟ, τα τρικυκλικά και τα αντικαταθλιπτικά δεύτερης γενιάς όλα δρουν ως αγωνιστές αλλά διαθέτουν διαφορετικούς μηχανισμούς αύξησης της διαθεσιμότητας της σεροτονίνης. Η διπολική διαταραχή, η άλλοτε επονομαζόμενη μανιοκαταθλιπτική διαταραχή, χαρακτηρίζεται από περιόδους κατάθλιψης που εναλλάσσονται με περιόδους φυσιολογικής λειτουργίας και περιόδους έντονης διέγερσης ή μανίας. Τα συμπτώματά της αντιμετωπίζονται με σταθεροποιητές διάθεσης. Η επιληψία δεν αποτελεί μια ενιαία νοσολογική οντότητα: είναι μια οικογένεια από διαφορετικές, επαναλαμβανόμενες παροξυσμικές διαταραχές που έχουν ως κοινό σημείο την αιφνίδια, υπέρμετρη και άτακτη εκφόρτιση εγκεφαλικών νευρώνων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ανώμαλες κινήσεις ή μη φυσιολογικές αισθήσεις που είναι μικρής διάρκειας αλλά έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται. Η θέση της ηλεκτρικής εκφόρτισης καθορίζει τα συμπτώματα που προκαλούνται. Για παράδειγμα, οι επιληπτικοί παροξυσμοί μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς αν συμμετέχει ο κινητικός φλοιός. Οι παροξυσμοί μπορεί να προκαλέσουν οπτικές, ακουστικές ή οσφρητικές ψευδαισθήσεις αν συμμετέχουν ο βρεγματικός ή ο ινιακός φλοιός. Η νευρωνική εκφόρτιση που παρατηρείται στην επιληψία προκαλείται από την πυροδότηση μιας μικρής ομάδας νευρώνων που εντοπίζονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου η οποία ονομάζεται πρωτογενής εστία. Παράδοξο ότι ανατομικά αυτή η εστιακή περιοχή μπορεί να εμφανίζεται απολύτως φυσιολογική. Τα φάρμακα που δρουν αποτελεσματικά στη μείωση των επιληπτικών κρίσεων, είτε αναστέλλουν την έναρξη της ηλεκτρικής εκφόρτισης στην εστία, είτε εμποδίζουν τη μετάδοση της ανώμαλης ηλεκτρικής εκφόρτισης σε παρακείμενες περιοχές του εγκεφάλου. Οι βενζοδιαζεπίνες επίσης χορηγούνται ως αντιεπιληπτικά φάρμακα. Η νόσος Parkinson είναι διαταραχή της μυϊκής κίνησης που χαρακτηρίζεται από τρόμο, μυϊκή δυσκαμψία, ή βραδυκινησία και προκαλείται από το θάνατο μιας ομάδας κυττάρων του εγκεφάλου που ενεργούν μέσω του νευροδιαβιβαστή DA. Φάρμακα όπως η L-Dopa αποκαθιστούν τα επίπεδα DA στη μέλαινα ουσία, και η καρβιντόπα (C-Dopa) που επιτυγχύνει τη δράση τη L-Dopa. Ένα οπιοειδές είναι οποιαδήποτε χημική ουσία η οποία δεσμεύεται σε μια ομάδα υποδοχέων του εγκεφάλου οι οποίοι είναι επίσης ευαίσθητοι στη μορφίνη. Ο όρος ναρκωτικό αναλγητικό χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει αυτά τα φάρμακα διότι τα οπιοειδή αναλγητικά έχουν τόσο υπνωτικές (ναρκωτικές) όσο και καταπραϋντικές (αναλγητικές) ιδιότητες. Τα οπιοειδή προκαλούν υπερπόλωση των νευρικών κυττάρων. Στο νωτιαίο μυελό μειώνουν την αντίληψη του πόνου, αυξάνοντας τον ουδό του πόνου αλλάζοντας έτσι την ερμηνεία που δίνει ο εγκέφαλος στον πόνο. Σημαντικό είναι η μη απώλεια της συνείδησης. Σημαντικά τεχνητά φάρμακα είναι η κωδεϊνη και η μορφίνη. Χημικά παράγωγα είναι η ηρωϊνη, η μαριχουάνα, η ινδική κάνναβη κλπ. Φυσικοί οποιοειδείς είναι οι νευροδιαβιβαστές ενδορφίνη, δυνορφίνη και εγκεφαλίνη. Τα οποιοειδή συμμετέχουν στο σύστημα της ευχαρίστησης - εθισμού - εξάρτησης ως αγωνιστές της DA και στο σύστημα της αναλγησίας ως αγωνιστές της 5-ΗΤ. Τα ψυχοτρόπα φάρμακα είναι διεγερτικά που κυρίως επιδρούν στην πνευματική και την κινητική λειτουργία, την εγρήγορση, την αντίληψη και τη διάθεση. Τα διεγερτικά της συμπεριφοράς επιδρούν στην κινητική λειτουργία και τη διάθεση. Τα ψυχεδελικά και τα παραισθησιογόνα είναι επίσης διεγερτικά επιδρούν στην αντίληψη και προκαλούν ψευδαισθήσεις. Τα γενικά διεγερτικά επιδρούν κυρίως στη διάθεση. Τα διεγερτικά της συμπεριφοράς αυξάνουν την κινητική συμπεριφορά, ανεβάζουν τη διάθεση και αυξάνουν την εγρήγορση. Χρησιμοποιούνται για ενίσχυση της εγρήγορσης αλλά η χρήση τους μπορεί να οδηγήσει σε εθισμό. Καφεϊνη, κοκαϊνη, αμφεταμίνη, νικοτίνη, LSD, ανανταμίδιο κλπ είναι σημαντικά διεγερτικά και ψυχοτρόπα.