Πρότυπα Πανεπιστημιακά Φροντιστήρια

Αναπτυξιακή Ψυχολογία

  • Δια βίου ανάπτυξη

Ο ερευνητικός τομέας που μελετά τις δια βίου δομές της ανάπτυξης, της αλλαγής και της σταθερότητας στη ζωή του ανθρώπου. Οι αναπτυξιακοί ψυχολόγοι εστιάζουν τη μελέτη τους αφενός στο πώς οι άνθρωποι αλλάζουν και αναπτύσσονται κατά την πορεία της ζωής τους και αφετέρου παίρνουν υπόψη τούς τη σταθερότητα που διέπει το άτομο στη ζωή του. Θέτουν ερωτήματα σχετικά με τις περιόδους και τους τομείς στους οποίους το άτομο παρουσιάζει αλλαγές και ανάπτυξη, αλλά και πότε και πώς η συμπεριφορά παρουσιάζει σταθερότητα και συνέχεια συγκριτικά με την προηγούμενη συμπεριφορά. Οι ερευνητές υποθέτουν ότι η διαδικασία της ανάπτυξης αφορά κάθε πλευρά της ζωής του ανθρώπου, από τη σύλληψη έως το θάνατο. Θεωρούν ότι ο άνθρωπος, ενώ συνεχίζει να αλλάζει και να αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της ζωής τον, ταυτόχρονα, η συμπεριφορά του κατά κάποιον τρόπο παραμένει σταθερή. Παράλληλα, πιστεύουν ότι δεν υπάρχει μία, ιδιαίτερη, περίοδος της ζωής που καθορίζει την ανάπτυξη. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι κάθε περίοδος της ζωής έχει τη δυνατότητα τόσο για ανάπτυξη όσο και για παρακμή των ικανοτήτων μας και ότι ο άνθρωπος διατηρεί την ικανότητα για ουσιαστική ανάπτυξη και αλλαγή καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Σωματική ανάπτυξη: Η ανάπτυξη που σχετίζεται με την κατασκευή τού σώματος και περιλαμβάνει τις λειτουργίες του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, των μυών και των αισθήσεων, την ανάγκη για κατανάλωση τροφής και υγρών καθώς και την ανάγκη για ύπνο.

Γνωστική ανάπτυξη: Η ανάπτυξη που περιλαμβάνει τους τρόπους με τους οποίους η αύξηση και οι αλλαγές στις νοητικές ικανότητες επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ατόμου. Τέλος, άλλοι ειδικοί στη διά βίου ανάπτυξη εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην προσωπικότητα και την κοινωνική ανάπτυξη. Ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι η μελέτη της σταθερότητας και της αλλαγής των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, που διαφοροποιούν τα άτομα μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της ζωής.

Ανάπτυξη της προσωπικότητας: Η ανάπτυξη της προσωπικότητας σχετίζεται με το πώς τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που διαφοροποιούν τα άτομα μεταξύ τους, μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια της ζωής.

Κοινωνική ανάπτυξη: Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται, αλλάζουν και παραμένουν σταθερές οι κοινωνικές σχέσεις και η αλληλεπίδραση του ατόμου με τους άλλους κατά τη διάρκεια της ζωής του.

  • Κληρονομικότητα ή περιβάλλον;

'Ένα από τα διαρκή ερωτήματα στο χώρο της διά βίου ανάπτυξης σχετίζεται με το ποιο ποσοστό της συμπεριφοράς τον ατόμου καθορίζεται από τη γενετικά καθορισμένη «φύση» του και ποιο από την «ανατροφή» του, δηλαδή από τις επιδράσεις τον φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο έχει μεγαλώσει. Το ερώτημα αυτό, που έχει βαθιές φιλοσοφικές και ιστορικές ρίζες, έχει κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος τηςέρευνας στη διά βίου ανάπτυξη (Wexler, 2006). Στο πλαίσιο αυτό, η «φύση» (nature) αναφέρεται σε χαρακτηριστικά, ικανότητες και δυνατότητες που κληρονομεί το άτομο από τους γονείς του. Περιλαμβάνει κάθε παράγοντα σχετικό με την προκαθορισμένη εκδίπλωση των γενετικών πληροφοριών, μια διαδικασία που ονομάζεται ωρίμανση. Αυτές οι γενετικές, κληρονομικές επιδράσεις τίθενται σε λειτουργία από το πρώτο κύτταρο κατά τη σύλληψη μέχρι τα δισεκατομμύρια κυττάρων που συνθέτουν τον πλήρως διαμορφωμένο ανθρώπινο οργανισμό. Η «φύση» (κληρονομικότητα) επιτρέπει στον εγκέφαλο να αναπτυχθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορούμε να διαβάσουμε το κείμενο αυτής της σελίδας.

Αντίθετα, η έννοια της «ανατροφής» (nurture) αναφέρεται στις περιβαλλοντικές επιδράσεις που διαμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ορισμένες από αυτές τις επιδράσεις μπορεί να είναι βιολογικές, όπως π.χ. οι επιπτώσεις της χρήσης κοκαΐνης από την κυοφορούσα μητέρα στο αγέννητο βρέφος της, ή το ποσό και το είδος των τροφών που είναι διαθέσιμες στα παιδιά. Άλλες περιβαλλοντικές επιδράσεις είναι περισσότερο κοινωνικές, όπως το πώς οι γονείς διαπαιδαγωγούν τα παιδιά τους ή η επίδραση της πίεσης των συνομηλίκων στον έφηβο. Τέλος, μερικές επιδράσεις αποτελούν προϊόν των παραγόντων τον ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου, όπως οι κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι άνθρωποι.

> Μεταγενέστερες επιδράσεις της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος.

Αν τα χαρακτηριστικά και η συμπεριφορά καθορίζονταν αποκλειστικά και μόνο είτε από τα γονίδια είτε από το περιβάλλον, τότε πιθανώς να μην υπήρχαν διενέξεις για το θέμα αυτό. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει, κυρίως ως προς τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τής συμπεριφοράς. Το ερώτημα κατά πόσον η νοημοσύνη καθορίζεται κυρίως από κληρονομικούς, γενετικούς παράγοντες -δηλαδή από τη «φύση»- ή διαμορφώνεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες -δηλαδή την «ανατροφή»- έχει προκαλέσει συζητήσεις, που δεν περιορίστηκαν μόνο στον επιστημονικό στίβο, αλλά άγγιξαν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και της κοινωνικής πολιτικής. Μπορεί κανείς εύκολα να αναλογιστεί τις προεκτάσεις του θέματος: Στην περίπτωση που η νοημοσύνη τον ανθρώπου καθορίζεται κυρίως από την κληρονομικότητα και, ως εκ τούτου, είναι δεδομένη κατά τη στιγμή τής γέννησης, τότε οι προσπάθειες βελτίωσης της νοητικής επίδοσης τον ατόμου είναι μάλλον καταδικασμένες σε αποτυχία.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που η νοημοσύνη είναι αποτέλεσμα κυρίως του περιβάλλοντος, όπως π.χ. του ποσού και του είδους της εκπαίδευσης και των ερεθισμάτων στα οποία εκτίθεται το άτομο, τότε Θα ανέμενε κανείς ότι η βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών θα μπορούσε να επιφέρει βελτίωση των νοητικών ικανοτήτων του.

Η αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων είναι πολύπλοκη, διότι, εκτός των άλλων, ορισμένα γενετικώς καθορισμένα χαρακτηριστικά δεν ασκούν μόνο άμεση επίδραση στη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά και έμμεση επίδραση στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός του.

  • Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του S. Freud

Για τον Freud, το ασυνείδητο αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας, τον οποίον το άτομο δεν έχει επίγνωση. Περιέχει επιθυμίες από τη βρεφική ηλικία, ευχές, απαιτήσεις και ανάγκες, που «κρύπτονται» από τη συνείδηση διότι προκαλούν αναστάτωση. Ο Freud πίστευε ότι το ασυνείδητο είναι υπεύθυνο για ένα μεγάλο μέρος της καθημερινής μας συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με το Freud, η ανθρώπινη προσωπικότητα αποτελείται από τρία στοιχεία: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ. Το Εκείνο είναι το πρωτόγονο, ανοργάνωτο, εγγενές στοιχείο της προσωπικότητας, που είναι παρόν από τη στιγμή της γέννησης. Αντιπροσωπεύει πρωτόγονες ενορμήσεις/ένστικτα που συσχετίζονται με την πείνα, το σεξ, την επιθετικότητα και τις παράλογες παρορμήσεις. Το Εκείνο λειτουργεί υπό τις προσταγές της αρχής της ηδονής, όπου στόχος είναι η μεγιστοποίηση της ικανοποίησης και η μείωση του επιπέδου της έντασης.

Το Εγώ αποτελείτο ορθολογικό στοιχείο της προσωπικότητας. Δρα σαν «θώρακας» ανάμεσα στον εξωτερικό, πραγματικό κόσμο και στο πρωτόγονο Εκείνο. Λειτουργεί με βάση την αρχή της πραγματικότητας, στην οποία η ενέργεια των ενστίκτων περιορίζεται, με σκοπό τη διατήρηση της ασφάλειας τον ατόμου και την ενσωμάτωσή του στην κοινωνία.

Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει τη συνείδηση τον ατόμου και περιλαμβάνει τη βασική διάκριση ανάμεσα στο σωστό και στο λάθος. Η ανάπτυξη του Υπερεγώ αρχίζει στην ηλικία των 5-6 ετών και ενισχύεται από τους γονείς, τους δασκάλους και τα άλλα σημαντικά πρόσωπα στο περιβάλλον του παιδιού.

Εκτός από την παρουσίαση των διαφόρων στοιχείων της προσωπικότητας, ο Freud περιέγραψε και τρόπους με τους οποίους αναπτύσσεται η προσωπικότητα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.

Υποστήριξε την άποψη ότι η ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη πραγματοποιείται καθώς τα παιδιά διέρχονται από μια σειρά σταδίων, στα οποία η ευχαρίστηση ή ικανοποίηση (των αναγκών/επιθυμιών) εστιάζεται σε συγκεκριμένη βιολογική λειτουργία και περιοχή τού σώματος. Σύμφωνα με τον Freud, αν τα παιδιά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου σταδίου ή, αντίθετα, αν έχουν υπερβολική ικανοποίηση των επιθυμιών τους, τότε μπορεί να σημειωθεί καθήλωση. Καθήλωση είναι η συμπεριφορά που αντικατοπτρίζει ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο και εμφανίζεται εξαιτίας μιας άλυτης σύγκρουσης.

Ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη : Σύμφωνα με τον Freυd, είναι μια σειρά σταδίων που περνούν τα παιδιά, στα οποία η ευχαρίστηση ή ικανοποίηση αναγκών εστιάζεται σε συγκεκριμένη βιολογική λειτουργία και περιοχή του σώματος.

  • Η ψυχοκοινωνική θεωρία του E.Erikson/ Συμπεριφορικές θεωρίες

Ο ψυχαναλυτής ΕrikErikson (1902-1994) διατύπωσε μια εναλλακτική ψυχαναλυτική άποψη στη θεωρία τον για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη, η οποία δίνει έμφαση στην κοινωνική αλληλεπίδραση τον ατόμου με άλλα άτομα τον περιβάλλοντος. Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη περιλαμβάνει τις αλλαγές στην αλληλεπίδραση τον ατόμου με τα άλλα άτομα και στην αντίληψη για τους άλλους, καθώς και τις αλλαγές στη γνώση και την αντίληψη τον εαυτού ως μέλους της κοινωνίας.Η θεωρία του Erikson υποστηρίζει ότι οι αναπτυξιακές αλλαγές γίνονται σε οκτώ διακριτά στάδια. Τα στάδια εμφανίζονται με έναν σταθερό τρόπο (ως προς τη σειρά) και είναι παρόμοια σε όλους τους ανθρώπους. Κατά τον Erikson, κάθε στάδιο αντιπροσωπεύειμια κρίση ή σύγκρουση, που το άτομο καλείται να επιλύσει.

Οι συμπεριφορικές θεωρίες απορρίπτουν την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο περνούν από μια σειρά σταδίων. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι το άτομο επηρεάζεται από τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα στα οποία τυχαίνει να εκτίθεται. Κατά συνέπεια, η αναπτυξιακή πορεία είναι ατομική/προσωπική, αντικατοπτρίζοντας ένα συγκεκριμένο σύνολο περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, και η συμπεριφορά θεωρείται προϊόν συνεχούς έκθεσης σε συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Επιπλέον, οι αναπτυξιακές αλλαγές αξιολογούνται με ποσοτικούς και όχι ποιοτικούς όρους. Για παράδειγμα, οι συμπεριφορικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι η βελτίωση στις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό προϊόν μεγαλύτερων νοητικών ικανοτήτων και όχι προϊόν αλλαγών στο είδος της σκέψης, την οποία χρησιμοποιούν τα παιδιά για να επιλύσουν ένα πρόβλημα.

  • Η κοινωνιογνωστική θεωρία της μάθησης (A.Bandura)

Σύμφωνα με τον AlbertBandura και τους συνεργάτες του, ένα σημαντικό ποσοστό της μάθησης εξηγείται μέσω της κοινωνικής-γνωστικής θεωρίας μάθησης, μιας προσέγγισης που δίνει έμφαση στη μάθηση μέσω παρατήρησης της συμπεριφοράς κάποιου άλλου, του μοντέλου/προτύπου (Bandura, 1977· 1994. 2002).

Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, αντί η μάθηση να θεωρείται αποτέλεσμα δοκιμής και αποτυχίας, η συμπεριφορά μαθαίνεται μέσω της παρατήρησης. Δεν είναι απαραίτητο για το άτομο να βιώσει τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς, ώστε αυτή να γίνει προϊόν μάθησης. Η κοινωνική-γνωστική θεωρία μάθησης υποστηρίζει ότι, όταν το άτομο

βλέπει τη συμπεριφορά ενός μοντέλου να επιβραβεύεται, τότε είναι πιθανό να μιμηθεί τη συμπεριφορά αυτή.Ο Bandura υποστηρίζει ότι η κοινωνική-γνωστική μάθηση προχωρεί σε τέσσερα στάδια (Bandura, 1986). Αρχικά, ο παρατηρητής πρέπει να προσέξει και να κατανοήσει τα σημαντικότερα στοιχεία της συμπεριφοράς τον μοντέλου/προτύπου. Δεύτερον, πρέπει να μπορεί να ανακαλέσει με επιτυχία στη μνήμη τον τη συμπεριφορά τον

μοντέλου. Τρίτον, πρέπει να αναπαραγάγει τη συμπεριφορά τον μοντέλου με ακρίβεια. Τέλος, ο παρατηρητής πρέπει να έχει το σχετικό κίνητρο για να μάθει και να εντάξει αυτήν τη συμπεριφορά στο δικό του ρεπερτόριο.

  • Η θεωρία γνωστικής ανάπτυξης του Piaget

Ο JeanPiaget. Ελβετός ψυχολόγος (1896-1980), υποστήριξε ότι όλοι οι άνθρωποι περνούν, με μια σταθερή ακολουθία, από μια σειρά καθολικών σταδίων νοητικής ανάπτυξης. Πίστευε ότι σε κάθε στάδιο δεν αλλάζει μόνο η ποσότητα των πληροφοριών αλλά και η ποιότητα των γνώσεων και η κατανόηση. Ο Piaget επικέντρωσε το ενδιαφέρον τον στις αλλαγές των νοητικών διεργασιών των παιδιών, καθώς αυτά μετακινούνται από το ένα στάδιο στο επόμενο.

Κατά τον Piaget, η ανθρώπινη σκέψη είναι οργανωμένη σε σχήματα, δηλαδή νοητικές δομές που αντιπροσωπεύουν τις συμπεριφορές και τις δράσεις. Στα βρέφη, τα σχήματα αντιπροσωπεύουν συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς. Στα μεγαλύτερα παιδιά, τα σχήματα είναι πιο τελειοποιημένα και αφαιρετικά. Τα σχήματα καθοδηγούν και καθορίζουν το πώς διαχειριζόμαστε και αντιμετωπίζουμε δεδομένα από τον εξωτερικό κόσμο. Ο Piaget υποστήριξε ότι η ανάπτυξη της αντίληψης των παιδιών για τον κόσμο μπορεί να ερμηνευθεί με βάση δύο βασικές αρχές: την αρχή της αφομοίωσης και την αρχή της συμμόρφωσης. Αφομοίωση είναι η διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος κατανοεί τις εμπειρίες του σε συνάρτηση με το τρέχον στάδιο νοητικής του ανάπτυξης. Η συμμόρφωση αναφέρεται στις αλλαγές στον ήδη υπάρχοντα τρόπο σκέψης, που προκαλούνται από την επαφή με νέα ερεθίσματα ή γεγονότα. Η αφομοίωση και η συμμόρφωση λειτουργούν παράλληλα και ταυτόχρονα, ώστε να επιτευχθεί η γνωστική ανάπτυξη.

  • Η θεωρία της προσκόλλησης

Η πιο σημαντική πλευρά της κοινωνικής ανάπτυξης κατά τη βρεφική ηλικία είναι η διαμόρφωση της προσκόλλησης. Προσκόλληση είναι ο θετικός συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και στο άτομο που το φροντίζει. 'Όταν το βρέφος βιώνει προσκόλληση προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αισθάνεται ευχαρίστηση όταν βρίσκεται μαζί του και ανακούφιση σε στιγμές αναστάτωσης. Η ποιότητα της προσκόλλησης του ατόμου κατά τη βρεφική ηλικία επηρεάζει τις διαπροσωπικές του σχέσεις σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.Καθώς μεγαλώνει, το βρέφος μαθαίνει ότι η ασφάλεια του εξασφαλίζεται από ένα συγκεκριμένο άτομο. Η συνειδητοποίηση αυτή οδηγεί τελικά το βρέφος νααναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με το άτομο αυτό, που είναι συνήθως η μητέρα.

Ο Bowlby υποστήριξε ότι αυτός ο μοναδικός δεσμός ανάμεσα στο βρέφος και το άτομο που το φροντίζει είναι ποιοτικά διαφορετικός από τούς δεσμούς που διαμορφώνει με άλλα άτομα συμπεριλαμβανομένου τον πατέρα. Κατά τον Bowlby, η προσκόλληση προσφέρει ένα είδος ασφαλούς οικογενειακής βάσης. Καθώς το παιδί γίνεται όλο και πιο ανεξάρτητο, σταδιακά απομακρύνεται από αυτή την ασφαλή βάση.

  • «Η συνθήκη του ξένου»/ Τα είδη προσκόλλησης

Η Ainsworth, αναπτυξιακή ψυχολόγος, με βάση τη θεωρία του Bowlby επινόησε μια ευρέως χρησιμοποιούμενη πειραματική τεχνική για την αξιολόγηση της βρεφικής προσκόλλησης. Η «Συνθήκη τον ξένου» της Ainsworth αποτελείται από μια σειρά «σκηνοθετημένων» επεισοδίων που αξιολογούν την ισχύ της προσκόλλησης ανάμεσα στο παιδί και (συνήθως) τη μητέρα του. Η πειραματική αυτή συνθήκη περιλαμβάνει τα εξής οκτώ βήματα: (1) Η μητέρα και το βρέφος μπαίνουν σε ένα άγνωστο δωμάτιο, (2) η μητέρα κάθεται, αφήνοντας το βρέφος ελεύθερο να εξερευνήσει το χώρο, (3) ένα άγνωστο άτομο («ξένος») μπαίνει στο δωμάτιο και συνομιλεί πρώτα με τη μητέρα και μετά με το βρέφος, (4) η μητέρα φεύγει από το δωμάτιο, αφήνοντας το βρέφος μόνο του με τον άγνωστο, (5) η μητέρα επιστρέφει, μιλάει στο βρέφος και το ησυχάζει και το άγνωστο άτομο φεύγει από το δωμάτιο, (6) η μητέρα φεύγει ξανά από το δωμάτιο, αφήνοντας το βρέφος μόνο του, (7) το άγνωστο πρόσωπο επιστρέφει και (8) η μητέρα επιστρέφει στο δωμάτιο και ο άγνωστος φεύγει.

Οι αντιδράσεις των βρεφών στα διάφορα στάδια της «Συνθήκης τον ξένου» ποικίλλουν σημαντικά, ανάλογα με το είδος της προσκόλλησης στη μητέρα τους. Συνήθως, τα βρέφη ενός έτους εμφανίζουν ένα από τα τέσσερα είδη προσκόλλησης: Ασφαλή προσκόλληση, αποφυγή, αμφίθυμη προσκόλληση ή αποδιοργανωμένη-αποπροσανατολισμένη προσκόλληση.

Το παιδί με ασφαλή προσκόλληση χρησιμοποιεί τη μητέρα ως ασφαλή βάση, όπως ακριβώς την περιέγραψε ο Bowlby. Δείχνει να είναι άνετο στην πειραματική διαδικασία, τουλάχιστον όσο η μητέρα είναι παρούσα. της, όταν εκείνη επιστρέφει, και αναζητά την επαφή. Αντίθετα, το παιδί που υιοθετεί την αποφυγή (αποφευκτική προσκόλληση) δεν επιδιώκει να είναι κοντά στη μητέρα και, όταν αυτή φύγει, δεν δείχνει δυσφορία.Επιπλέον, όταν η μητέρα επιστρέφει, το παιδί δείχνει να την αποφεύγει, σαν να αδιαφορεί για τη συμπεριφορά της. Περί το 20% των παιδιών εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Το παιδί με αμφίθυμη προσκόλληση παρουσιάζει συνδυασμό θετικών και αρνητικών αντιδράσεων στη μητέρα. Αρχικά, το αμφίθυμο παιδί είναι σε τόσο στενή επαφή με τη μητέρα, ώστε σπάνια επιχειρεί να εξερευνήσει το περιβάλλον. Δείχνει να διακατέχεται από άγχος, ακόμη και πριν φύγει η μητέρα από το δωμάτιο. 'Όταν η μητέρα φύγει, το παιδί εμφανίζει έντονα σημάδια δυσφορίας. Μόλις η μητέρα επιστρέψει, οι αντιδράσεις τον είναι αμφίθυμες και, ενώ δείχνει να επιθυμεί να είναι κοντά της, τη χτυπά και την κλοτσά, εμφανώς θυμωμένο. Περί το 10% με 15% των παιδιών εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία (Cassidy& Berlin,1994).

Αν και η Ainsworth εντόπισε τρεις μόνο κατηγορίες, πρόσφατες έρευνες που χρησιμοποιούν την ίδια πειραματική συνθήκη βρίσκουν μία ακόμη κατηγορία: την αποδιοργανωμένη-αποπροσανατολισμένη προσκόλληση. Το παιδί με αυτό το είδος προσκόλλησης εμφανίζει ασταθή, αντιφατική και συγκεχυμένη συμπεριφορά. 'Ίσως τρέξει στη μητέρα, μόλις αυτή επιστρέψει, αλλά δεν την κοιτάζει ή ίσως αρχικά δείξει ήρεμο και αμέσως μετά μπορεί να ξεσπάσει σε θυμωμένο κλάμα. Αυτή η σύγχυση υποδηλώνει ότι το παιδί αυτής της κατηγορίας είναι ίσως το παιδί με τη λιγότερο ασφαλή προσκόλληση. Το είδος της προσκόλλησης τον παιδιού θα είχε ίσως λίγη σημασία, αν η ποιότητα αυτού του δεσμού παιδιού - μητέρας δεν είχε μακροπρόθεσμες επιδράσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις που θα διαμορφώσει αργότερα στη ζωή του.